Νομιζωπως.

untitled-1-copy.jpg

η εικόνα είναι απο εδώ.

 

 

 

 

Η νοοτροπία των “Νομίζωπως” δεν είναι καινούρια. Θα έλεγα πως γεννήθηκε ακριβώς εκείνη την στιγμή που δημιουργήθηκε και το πρώτο ελληνικό κύτταρο. Είμαι σίγουρη όμως πως αυτήν την εποχή, έχουν πολλαπλασιαστεί. Επικίνδυνα.

Κάθε μέρα συναντώ πολλούς τέτοιους. Στο δρόμο, στην δουλειά, στις παρέες. Παντού.

Είναι περίεργοι. Είναι διαφορετικοί. Αν το διαφορετικό τέλος πάντων είναι περίεργο.

Είναι ανάμεσά μας αλλά δεν είναι.

Ζούν, αλλά δεν ζούν.

Οι νομίζωπως, απλά νομίζουν πως..
Είναι πλούσιοιΜα έχουν πάρει ατελείωτα δάνεια.
Είναι όμορφοι… Μα δεν κοιτούν ποτέ τον καθρέφτη.
Είναι η ψυχή της παρέας… Μα ποτέ κανείς δεν τους παίρνει τηλέφωνο για να βγούν.
Η δουλειά τους πάει καλά… Μα δεν βλέπουν πως είναι στα όρια της χρεωκοπίας.
Αγαπάνε… Μα κάθε βράδυ κοιμούνται μόνοι τους.
Τους αγαπούν… Μα όλοι τους έχουν ξεχάσει.
Είναι χαρούμενοι… Μα κάθε βράδυ μετά το τρίτο ποτό, ο κόμπος στον λαιμό τους γίνεται λυγμός.
Είναι σωστοί… Μα δεν κοιτούν τα λάθη που έκαναν και που κάνουν.
Πως δεν φταίνε εκείνοι για αυτά που τους συμβαίνουν… Μα δεν ζυγίζουν καλά τις επιλογές τους και τις αποφάσεις τους για να δουν ποιός φταίει.
Είναι ελεύθεροι… Μα είναι φυλακισμένοι μέσα στο απέραντο νομίζω τους.

Εθελοτυφλούν. Αγνοούν την πραγματικότητα, και απλά νομίζουν πως είναι κάτι άλλο αυτό που είναι και δεν δέχονται καμία αντίθετη άποψη, γιατί αυτό το νομίζω είναι τόσο σίγουρο μέσα τους όσο το ονειρεύομαι, το φαντάζομαι, το ελπίζω και το θέλω τους.
Και εγώ κάποιες στιγμές νομίζω πως καταλαβαίνω τους γύρω μου.. Μα εγώ η ίδια δεν έχω καταλάβει εμένα.. Ακόμα.

Γκουκουρού

trees2.jpg

Μια φορά και έναν καιρό, κάπου μακριά, πιο μακριά και από το μακριά και ίσως και πιο μακριά και από το μακριά της φανταστικής μακρινής απόστασης βρισκόταν μια πόλη. Η περίφημη πόλη Γκουκουρού.

Κανείς ξένος δεν την είχε δει ποτέ. Κανένας συνδυασμός κάλτσα-παντόφλα κανενός τουρίστα δεν την είχε επισκεφτεί. Κανένα αεροπλάνο ή αποδημητικό πουλί δεν είχε δει ποτέ πως μοιάζει αυτή η πόλη από ψηλά.

Η Γκουκουρού ήταν κρυμμένη μέσα σε μια κοιλάδα. Την περιτριγύριζαν τεράστια και υπεραιωνόβια κυπαρίσσια, πλατάνια, ευκάλυπτοι, ιτιές καθώς επίσης κισσοί και θάμνοι, λες και αυτά τα φυτά καθόριζαν τα σύνορά της. Η βλάστηση ήταν τόσο πυκνή που κάλυπτε τις σκεπές των σπιτιών.

Έφτιαχνε ένα τεράστιο θόλο πάνω από την πόλη με αποτέλεσμα να την κάνει αόρατη σε όλους τους χάρτες και σε όλους τους δορυφόρους ενώ κατάφερνε με επιτυχία να μένει απροσπέλαστη σε τόσο στους περίεργους Κολόμβους όσο και στα αυγά τους.

Έμοιαζε σαν όλο το πράσινο αυτού του τόπου να ήθελε να αγκαλιάσει ανθρώπους που δεν ήταν ούτε εμπρηστές, ούτε στελέχη πολυεθνικών, ούτε καν παράγοντες τουρισμού.Ήταν σαν αυτό το πράσινο να είχε εμπιστοσύνη μόνο στο συγκεκριμένο ανθρώπινο γένος.

Read the rest of this entry »

Ο χρόνος..

.
.
.
.

…βιάζεται, και τρέχει και εγώ διαπιστώνω συνεχώς πως δεν τον προλαβαίνω και πως όλο είμαι πίσω του ασθμαίνοντας ,λαχανιασμένη, με την γλώσσα έξω και εκεί που πάω να τον προλάβω και που είμαι έτοιμη να τον πιάσω από το μπράτσο για να του πω να σταματήσει ή έστω να προχωράει πιο αργά, αυτός με ένα σάλτο καταφέρνει να μου ξεφεύγει και τρέχει ακόμα πιο γρήγορα και δεν μου δίνει σημασία και καταλαβαίνω πόσο κακομαθημένος είναι! ενώ ταυτόχρονα, μου έρχονται στο μυαλό τα λόγια της πρώτης και της τελευταίας φοράς που μου μίλησε, γιατί ποτέ δεν έχουν σταματήσει αυτά τα λόγια να είναι καρφωμένα στο μυαλό μου καθώς εκείνες οι προτάσεις που είχε ξεστομίσει, ήταν οι πιο σκληρές οι πιο συγκλονιστικές οι πιο όμορφες προτάσεις που μου έχει πει ποτέ κανείς! θυμάμαι πως μέσα σε δευτερόλεπτα με έκανε να συνειδητοποιήσω πως έχουν περάσει: εικοσιτρία χρόνια από τότε που ξεστόμισα τη πρώτη μου λέξη, είκοσι χρόνια από τότε που με τον δικό μου τρόπο ερωτεύτηκα για πρώτη φορά, δεκαεννέα χρόνια από τότε που έκατσα πρώτη φορά σε κάποιο θρανίο, δεκα χρόνια από τότε που έβγαλα το πρώτο μου εφηβικό σπυράκι, έξι χρόνια από τότε που τελείωσα το σχολείο, τρία χρόνια από τότε που αγόρασα τις πράσινες μπότες μου, δύο χρόνια από τότε που έκανα την τελευταία μου εκπομπή στο ραδιόφωνο, ένας χρόνος από τότε που άρχισα να ζω με τα μάτια μου, ένας μήνας από τότε που ήμουν διακοπές, εικοσιτέσερις μέρες από τότε που πήγα στην τελευταία συναυλία, δύο μέρες από τότε που πήγα τελευταία φορά στο παλιό λιμάνι, δεκαπέντε ώρες από τότε που μαγείρεψα την σούπα με τα μανιτάρια και τρία λεπτά από τότε που άναψα το τελευταίο μου τσιγάρο! και όλα αυτά με σόκαραν, ποτέ άλλοτε δεν είχα σκεφτεί έτσι και όλα αυτά μου φαίνονται πως έγιναν χθες, σήμερα, τώρα! το τώρα μου όμως απέχει δέκα χρόνια το λιγότερο από την πραγματικότητα και εγώ βρίσκομαι πάλι εδώ να κυνηγάω τον χρόνο για να του μιλήσω και να του πω να σταματήσει για λίγο, να του πω πως κατάλαβα το τι θέλει να μου πει, να του πω να βάλει κάπου μια τελεία! δεν γίνεται πια να τρέχει τόσο, δε μπορώ να βλέπω όλους γύρω μου να τρέχουν πιο γρήγορα απ’όσο έτρεχαν πρίν καταλάβω τα λόγια του, δε μπορώ να βλέπω τους φίλους μου να βρίσκουν δουλειές, να μένουν άνεργοι να παντρεύονται! πρέπει να τον βρω να του πω να βάλει μια τελεία κάπου, να σταματήσουν όλα για λίγο, να σταματήσουν όλοι και κυρίως όλα να τρέχουν, γιατί εγώ την δικιά μου τελεία δεν την βρίσκω πουθενά! έψαξα κάτω από τα σκεπάσματα των πιο αθώων ονείρων μου, μέσα στις προπέρσινες σκουπιδοσακούλες των μουχλιασμένων συναισθημάτων ,μέσα στο σιφόνι της αποχέτευσης των εφηβικών μου δακρύων, κάτω από το μαξιλάρι της τεμπελιάς μου, δίπλα στα κλειδιά του σπασμένου λουκέτου της ανασφάλειάς μου, πίσω από το ντουλάπι με τα ηρεμιστικά μου χάπια και μες στην τσάντα μου στην θήκη με τα ξυραφάκια του τέλους αλλά αυτή η διαολεμένη τελεία δεν ήταν πουθενά! έχω την εντύπωση πως κάποιος μου την έκλεψε αλλά οι ασφάλειες “Άγχος Α.Ε.” δεν με αποζημιώνουν και με αναγκάζουν να μένω με ερωτηματικά, θαυμαστικά, αποσιωπητικά και κόμματα! τα ερωτηματικά δεν μου χρειάζονται πια, τα θαυμαστικά με κάνουν να παρασέρνομαι, τα αποσιωπητικά με φιμώνουν και το κόμμα σαν φτηνό υποκατάστατο, μου δίνει μια μικρή παύση, μια γεύση για το πως είναι η τελεία αλλά αυτό δεν μου είναι αρκετό! θέλω την τελεία μου, θέλω να σταματήσω να τρέχω για λίγο αλλά αυτός ο χρόνος δε σταματάει με τίποτα,

,,,,,,
ούτε καν με πολλά κόμματα στην σειρά!!που είναι αυτή η γαμημένη τελεία πιά;;;
… , -

Η εικόνα είναι από εδώ.

Οι Διακοπάνθρωποι των Ταρατσών.

.
.
.
.

Χτύπησαν για τρίτη φορά εκείνο το βράδυ όλα τα θυροτηλέφωνα. Μετά απο κάμποσα “ποιός?” είπε εκείνος ένα “αουτμνουπφ” και η πόρτα άνοιξε.
Καμία πόρτα δεν τους αντιστάθηκε ποτέ.
Μια ιδιότητα που όλοι οι “κλειδωμένοι απέξω από τα σπίτια τους” θα την ζήλευαν.

Ασανσερ.
Όροφος.. όροφος.. Τελευταίος φυσικά.
Βγήκαν απο το ανσανσέρ και ανέβηκαν σχεδόν πετώντας τα σκαλιά. Άνοιξαν την πόρτα του κλιμακοστασίου..
Οι κόρες τους ήταν διεσταλμένες, το μυαλό τους ήταν ήδη “αλλού”.
Επιτέλους, Ταράτσα!
_____________________________________

Με το που μύριζε καλοκαίρι, αυτή ήταν η συνήθειά τους. Κάθε απόγευμα, γύρω στις επτά, χτυπούσαν τα θυροτηλέφωνα των πολυκατοικιών. Έμπαιναν στο ασανσέρ και έφταναν στις ταράτσες. Ταράτσες, το στέκι τους. Καθόταν εκεί σχεδόν όλο το βράδυ. Μερικές φορές μάλιστα, ειδικά εκείνα τα αποπνικτικά αυγουστιάτικα βράδια, τους έπαιρνε εκεί ο ύπνος. Άλλες φορές δεν έμεναν μόνο σε μία ταράτσα. Έξι ταράτσες σε μια μέρα ήταν το ρεκόρ τους.

“Πόσο ηλίθιοι είναι οι άνθρωποι” έλεγε εκείνη.
“Έχουν τον παράδεισο τόσο κοντά τους και δεν το γνωρίζουν καν. Τον γεμίζουν με κεραίες, ντεπόζιτα, σαβούρα, σοβρακοφανέλες και σκουπίδια.”
“Ευτυχώς” Έλεγε με ενθουσιασμό εκείνος.
“Άφησαν και ένα μέρος στην τύχη του. Αν όλοι γνώριζαν για αυτό που βρίσκεται ακριβώς πάνω από τα κεφάλια τους, για την μαγεία της ταράτσας εμείς δεν θα είχαμε να πάμε πουθενά. Εμείς θα ήμασταν σαν όλους αυτούς. Ξέρεις, τους μίζερους!”
_____________________________________

Εκείνο το βράδυ το φεγγάρι ήταν ιδανικό. Σαν μια φέτα από καρπούζι. Είχε αεράκι, είχαν ανέβει στην πιο ψηλή πολυκατοικία της γειτονιάς εκείνης και είχε αρκετά παράθυρα ορθάνοιχτα τριγύρω.
Εκείνο το απόγευμα ήταν ιδανικό.

Ξάπλωσαν στην άκρη της ταράτσας και αφέθηκαν.
Στην αρχή, γεύτηκαν το θρόισμα των φύλλων, άκουσαν τις μυρωδιές των νοικοκυριών, είδαν τα κορναρίσματα των αυτοκινήτων, μύρισαν την βιασύνη των περαστικών και ένιωσαν το τσιμεντένιο γκρι.
Ο οργασμός των αισθήσεών τους. Όπως κάθε φορά άλλωστε.

Στην συνέχεια άρχισαν να παρατηρούν.
Να παρατηρούν γύρω τους, να παρατηρούν τους απο κάτω τους.

Ένα τρίχρονο κοριτσάκι με τον μπαμπά του περπατούσαν χέρι χέρι. Η μικρή ρωτούσε. Η μια ερώτηση διαδέχοταν την άλλη.Ακατάπαυστα.Ήθελε να μάθει τα πάντα. Ήθελε να τα μάθει τώρα. Καμία απάντηση που της έδινε ο πατέρας της δεν της φαινόταν αρκετή.
“Καλωσόρισες στην αληθινή ζωή” μουρμούρισε εκείνος και ήπιε μια γερή γουλιά από την μπύρα του.
Ένας παπάς περπατούσε στον δρόμο και τα ράσα του ανέμιζαν από τον αέρα.Έμοιαζε σαν νυχτερίδα με μούσια.
Για το όνομα του θεού των καθαρών πελμάτων και της απολέπισης!
Ποιος άλλος γενειοφόρος θα ήθελε να μοιάζει με νυχτερίδα? ή ποια νυχτερίδα θα ήθελε να έχει μούσια?
_____________________________________

Άρχισαν να παρατηρούν τις γύρω πολυκατοικίες και να προσπαθούν να διακρίνουν τις ανθρώπινες φιγούρες μέσα από τα ανοιχτά παράθυρα.

Απέναντι, στον πρώτο όροφο μια νοικοκυρά κρατούσε στο ένα χέρι έναν τσελεμεντέ, και με το άλλο έκανε όπως φαίνεται, την πρώτη απόπειρά της να φτιάξει γεμιστά.
Δύο ορόφους πιο πάνω ένας νεαρός κρατούσε στοργικά τα βινύλιά του και χόρευε μόνος του μέσα στο δωμάτιό του.
Στο ρετιρέ, σε αυτόν τον κατά γενική ομολογία ευυπόληπτο όροφο, ένας τύπος πότιζε και μιλούσε στις όχι και τόσο νόμιμες γλάστρες του, ενώ στο διπλανό του διαμέρισμα, μια τύπισσα μάλλον θύμα της καθαριότητας και του λευκού του ντιξαν, έβγαινε κάθε τόσο στο μπαλκόνι της και άπλωνε κουβέρτες, κουρτίνες, σεντόνια, σουτιέν, παπούτσια και μαξιλάρια κατακόκκινα σε σχήμα καρδιάς.
Δυο πολυκατοικίες δεξιά, ένα ζευγαράκι έβλεπε ταινία και έτρωγε κινέζικο. Ενώ σε δύο ορόφους πιο κάτω, ένα άλλο ζευγάρι έβγαζε κραυγές πρωκτικού σεξ.
Στο διπλανό τους διαμέρισμα ένας γραφίστας σχεδίαζε με μανία με χρώματα και με ακατάστατες γραμμές, ενώ στο διαμέρισμα ακριβώς από πάνω του μια κοπέλα έγραφε με μανία στο λάπτοπ της και κάπνιζε το ένα τσιγάρο μετά το άλλο.
Κίνηση, μια συνεχείς, μια αδιάκοπη κίνηση. Άλλοι με την κίνησή τους σταματούσαν τον χρόνο, άλλοι τον επιτάχυναν, άλλοι τον άφηναν απλά να περνάει, άλλοι με τις κινήσεις τους άφηναν αυτόν τον χρόνο και ζούσαν -ή ακόμα και ονειρεύονταν- κάποιον άλλον.
Κάποιος άκουγε μουσική στο τέρμα. Vitamin C των Can και κουνούσε το κεφάλι του στο ρυθμό του μπάσου. Κάποια διάβαζε με τεράστια προσύλωση ένα χοντρό βιβλίο. Κάποιος έπαιζε Donkey Kong στο Nintendo. Κάποια στέγνωνε τα μαλλιά της.Κάποια άλλη κοίταζε τον ολόσωμο καθρέφτη της κρεβατοκάμαράς της, αναζητώντας και προσδοκώντας την αυτοπεποίθηση(Κάποτε κάποιος, δε θυμάμαι ποιος, είχε πει πως αυτοπεποίθηση είναι αυτό που σου συμβαίνει μέχρι να συνειδητοποιήσεις την πραγματική κατάσταση στην οποία βρίσκεσαι.) Κάποιοι αγκαλιάζονταν με τις ώρες. Κάποιοι έπαιζαν χαρτιά στο μπαλκόνι. Κάποιοι τσακώνονταν. Κάποιοι άλλοι έλεγαν λόγια σιροπιαστά και κόκκινα, ακατάλληλα ακόμα και για τα ίδια τους τα αυτιά.

“Και ύστερα ο άνθρωπος ανακάλυψε την τηλεόραση, τα μπαράκια, και τις τσόντες. Απορώ” Είπε εκείνη.

Ξάπλωσαν. Ένιωθαν τα σύννεφα να τους γαργαλούν την μύτη, τον αέρα να χαϊδεύει τα κορμιά τους, την βραδινή δροσιά να βρέχει τα χείλη τους, τα αστέρια να φωτίζουν τις σκέψεις τους.
_____________________________________

Κάθε φορά που ήταν σε κάποια ταράτσα, κρατούσαν μαζί τους και ένα κόκκινο σπρέι.
Κάθε φορά που έφευγαν από μία ταράτσα, άφηναν στην δυτική της γωνία και ένα μεγάλο κατακόκκινο ζωγραφιστό φεγγάρι.

Μπορεί οι ένοικοι των πολυκατοικιών να μην μάθαιναν ποτέ τι σήμαινε η ζωγραφιστή φέτα καρπουζιού που είχαν στην ταράτσα τους, αλλά οι διακοπάνθρωποι των ταρατσών δεν νοιαζόταν και πολύ γιαυτό.

Εκείνοι μόνο γνώριζαν πως σε εκείνη την ταράτσα είχαν ζήσει στιγμές που κανείς ένοικος σε καμία πολυκατοικία δεν μπορεί να ζήσει.
Εκείνοι μόνο γνώριζαν όλα εκείνα που μπορεί να σου προσφέρει μια ταράτσα.
Εκείνοι μόνο γνώριζαν πως έμοιαζαν οι πιο μαγευτικές -αλλά και οι πιο αληθινές- διακοπές που μπορεί να γευτεί κανείς.
Το κόκκινο φεγγάρι τους θα έμενε για πάντα εκεί να τους το θυμίζει.
Εξάλλου ποιος θα έμπαινε στον κόπο να σβήσει μια φέτα καρπουζιού σε φεγγαρένιο σχήμα από την ταράτσα του? –Εγώ σίγουρα όχι…

Παιδικό όνειρο.


.
.
.
.

Σήμερα ξύπνησα χαρούμενη.
Ήταν διαφορετική η μέρα σήμερα.
Έβαλα τα κόκκινά μου έφτιαξα τα μαλλιά μου και ξεκίνησα για να σε συναντήσω. Ανυπομονούσα. Σου είχα πει πως σήμερα θα σου αποκάλυπτα το μεγάλο μου μυστικό..
Το ίδιο μου είχες πει και εσύ..
Μουσική στα αυτιά και στην ψυχή. Το ραντεβού στο γνώριμο μέρος.
Απέναντι απο τον φάρο.

Έφτασα εκεί σχεδόν πετώντας.Συναντήθηκαν τα κόκκινα μας! (κι άλλη διαβολική σύμπτωση)
Φιλί.
Πιαστήκαμε χέρι χέρι και αρχίσαμε να περπατάμε.

Περπατούσαμε, περπατούσαμε… για πολύ ώρα..
Μετά απο πολλούς δισταγμούς και πολλές λοξές ματιές η απόφαση πάρθηκε.

“Ήρθε η ώρα” σου είπα.
“Ήρθε η ώρα να σου αποκαλύψω κάτι.. αλλά μην.. μην τρομάξεις..”

Άφησα το χέρι σου.
Άρχισα να επιταχύνω το βάδισμά μου. Όλο και πιο πολύ. Όλο και περισσότερο. Χωρίς να κοιτάζω πίσω…
“Κοίτα τώρα” φώναξα μέσα από τα τρανταχτά μου γέλια!

Τα πόδια μου ήταν ήδη μερικά εκατοστά πάνω από το έδαφος!
Πετάω!
“Μπορώ και πετάω!”

“Το κάνω συχνά αυτό. Είναι πολύ εύκολο!
Όλοι μπορούν να πετάξουν! Γιατί δεν το έχουν καταλάβει ακόμα?”

Ένιωσα ένα άγγιγμα στον ώμο μου. Κοίταξα στο πλάι. Εσύ. Εσύ?

“Μα..πως?!”

“Δεν είσαι η μόνη που πετάς” είπες ουρλιάζοντας από χαρά
“Ούτε εγώ είμαι ο μόνος..”
Δεν πρέπει να μας δει κανείς. Ο ουρανός, τα σύννεφα είναι δικά μας. Ολόδικά μας.

Πιαστήκαμε ξανά χέρι χέρι.

Πετάξαμε μέχρι το πιο μεγάλο και χνουδωτό σύννεφο.
Καθίσαμε.

Μείναμε εκεί μέχρι αργά. Μετρούσαμε αστέρια στον πιο καθαρό ουρανό.
Πεφταστέρια.
Κάναμε ευχές. Σιωπηλά.

Σταματήσαμε να μιλάμε. Δεν είχαμε τίποτα να πούμε. Όπως δεν έχει κανείς τίποτα να πει όταν νιώθει γεμάτος. Γεμάτος από χαρά, από ευτυχία από έρωτα.
Όπως νιώθει κανείς όταν νιώθει ότι βρήκε αυτό που έψαχνε μια ολόκληρη ζωή για να νιώσει.

Μουσική.
Αστέρια που πέφτουν, σύννεφα που κουνιούνται νωχελικά, φτερουγίσματα πουλιών, καρδιοχτύπια.
Λάμψεις.
Επάνω μας, γύρω μας.
Λάμψεις.
Εντός μας.

Βασισμένο σε δύο ίδια ιπτάμενα παιδικά όνειρα.
Τα όνειρα σου είναι αυτά που πρέπει πάντα να εμπιστεύεσαι.

« Previous Entries