Γκουκουρού

trees2.jpg

Μια φορά και έναν καιρό, κάπου μακριά, πιο μακριά και από το μακριά και ίσως και πιο μακριά και από το μακριά της φανταστικής μακρινής απόστασης βρισκόταν μια πόλη. Η περίφημη πόλη Γκουκουρού.

Κανείς ξένος δεν την είχε δει ποτέ. Κανένας συνδυασμός κάλτσα-παντόφλα κανενός τουρίστα δεν την είχε επισκεφτεί. Κανένα αεροπλάνο ή αποδημητικό πουλί δεν είχε δει ποτέ πως μοιάζει αυτή η πόλη από ψηλά.

Η Γκουκουρού ήταν κρυμμένη μέσα σε μια κοιλάδα. Την περιτριγύριζαν τεράστια και υπεραιωνόβια κυπαρίσσια, πλατάνια, ευκάλυπτοι, ιτιές καθώς επίσης κισσοί και θάμνοι, λες και αυτά τα φυτά καθόριζαν τα σύνορά της. Η βλάστηση ήταν τόσο πυκνή που κάλυπτε τις σκεπές των σπιτιών.

Έφτιαχνε ένα τεράστιο θόλο πάνω από την πόλη με αποτέλεσμα να την κάνει αόρατη σε όλους τους χάρτες και σε όλους τους δορυφόρους ενώ κατάφερνε με επιτυχία να μένει απροσπέλαστη σε τόσο στους περίεργους Κολόμβους όσο και στα αυγά τους.

Έμοιαζε σαν όλο το πράσινο αυτού του τόπου να ήθελε να αγκαλιάσει ανθρώπους που δεν ήταν ούτε εμπρηστές, ούτε στελέχη πολυεθνικών, ούτε καν παράγοντες τουρισμού.Ήταν σαν αυτό το πράσινο να είχε εμπιστοσύνη μόνο στο συγκεκριμένο ανθρώπινο γένος.

Read the rest of this entry »

Ζωγραφιά

.
.
.
.
Όλες οι συμπαντικές δυνάμεις ενώνονται κατά έναν περίεργο τρόπο στην παιδική μας ηλικία και μας κάνουν όλους να μοιάζουμε απελπιστικά πολύ.
Ίδια πιστεύω, ίδια θέλω, ίδια όνειρα, ίδιες σκέψεις…ίδιες ζωγραφιές..

Ποιος δεν έχει ζωγραφίσει όταν πήγαινε στο νηπιαγωγείο εκείνο το καραβάκι που περνάει από ένα νησάκι μέσα από πολλά κύματα?
Ποιος δεν έχει ζωγραφίσει το παραπάνω σπιτάκι στην μέση του πουθενά με το τεράστιο, υπερφυσικό δέντρο δίπλα του και με τα συννεφάκια στον ουρανό?
Ποιος δεν έχει κάνει αυτές τις ζωγραφιές και δεν έχει βάλει έναν κατακίτρινο ήλιο πάνω στην γωνία?..

Στην διαδρομή για την Θεσσαλονίκη, είχα εντυπωσιαστεί (για άλλη μια φορά) με την θέα.
Κάπου στην Θεσσαλία αντίκρισα ένα θέαμα που δεν το πίστευα.
Ανοιγόκλεισα τα μάτια μου.
Ναι, σίγουρα ήταν αληθινό αυτό που έβλεπα.

Κόλλησα το κεφάλι μου στο παράθυρο του τραίνου και άρχισα να φωνάζω στον καλό μου.
“Να’το! Να’το! Το βρήκα το σπιτάκι επιτέλους!” με κοίταζε περίεργα , δεν καταλάβαινε αλλά επέμενα να το φωτογραφίσει..

Περνούσαμε και έβλεπα ένα σωρό γνώριμα σπιτάκια!
Σπιτάκια που εγώ η ίδια είχα ζωγραφίσει κάποτε, ακριβώς έτσι όπως τα είχα φανταστεί.
Απλά τετράγωνα κουτάκια, με ένα υπερφυσικό δέντρο δίπλα τους, στην μέση του πουθενά. Με έναν ουρανό με σύννεφα, και πουλιά να πετάνε.

Περνούσα με το τραίνο μέσα από τις παιδικές ζωγραφιές μου.

Κοίταξα πάνω στην γωνία για να βρω και τον κατακίτρινο ήλιο μου που πάντα χαμογελούσε.
Δεν τον βρήκα..
Αυτό είναι ίσως το τίμημα που πληρώνεις όταν μεγαλώσεις και ανακαλύψεις εκείνο το μέρος που οι ζωγραφιές σου γίνονται πραγματικότητα.

Θυμάμαι..

.
.
.
.

Είναι βράδυ. Όχι πολύ αργά, όχι πολύ νωρίς. Νιώθω κουρασμένη. Δεν έχω καταλάβει ακριβώς τον λόγο, αλλά είμαι κουρασμένη.
Πολύ φασαρία σήμερα και πολύς κόσμος.
Είμαστε με τους γονείς μου και με κάποιους φίλους τους στην “Ταβέρνα του Ευγένη”.
Κάθομαι στο κέντρο του τραπεζιού, στην αγκαλιά της μαμάς.
Την αγαπώ πολύ την μαμά.
Ειδικά σήμερα που φοράει το κατακόκκινο φόρεμά της.

Νυστάζω. Κλαίω με λυγμούς γιατί νυστάζω. Αφού πρώτα έχω γκρινιάξει σαν παιδάκι ενός έτους.
Είμαι κουρασμένη, θέλω να πάω σπίτι.

Η μαμά μου προσπαθεί να με ηρεμήσει. Δεν καταφέρνει και πολλά.

Σηκώνεται, μιλάει σε κάποιον, και μετά από λίγο με κατευθύνει σε μια πόρτα, σχεδόν δίπλα από το τραπέζι μας.
Την ανοίγει και κοιτάζω διστακτικά μέσα στο δωμάτιο.

Μυρίζει σκοτάδι.
Φοβάμαι.
Μέσα υπάρχει ένα κρεββάτι, ένα καντηλάκι που αχνοφωτίζει το δωμάτιο και μια εικόνα.
Μια γριά κάθεται σε μια καρέκλα και με κοιτάζει.

Φοβάμαι ακόμα περισσότερο.
Κλαίω πλέον γιατί φοβάμαι όχι γιατί νυστάζω, αλλά κανείς δε το καταλαβαίνει.
Ούτε η μαμά μου με καταλαβαίνει.
Με βοηθάει να ξαπλώσω στο κρεββάτι. Ξαπλώνει και αυτή δίπλα μου.
Φοβάμαι, αλλά νυστάζω..
Θέλω να κοιμηθώ αλλά φοβάμαι..

Είμαι σπίτι μου στο χωριό.
Έχουμε πολλά κουνελάκια. Τα αγαπώ πολύ τα κουνελάκια και μου αρέσει να τα φροντίζω.
Σήμερα ήρθαν καινούρια. Μωράκια. Πήγαμε με την μαμά μου να τα δούμε.
Μπορούν και χωράνε ακόμα και στην δική μου χούφτα!
Πιάνω το άσπρο.
Τα άσπρα μου αρέσουν περισσότερο.

Το κρατάω αγκαλίτσα και το φιλάω. Είμαι η μαμά του!

Η δικιά μου μαμά με αφήνει, έχει μια δουλειά θα γυρίσει σε λίγο. Έτσι μου λέει.
Μου λέει να προσέχω το κουνελάκι μου. Αν μου φύγει από τα χέρια θα πεθάνει.
Νιώθω τεράστια ευθύνη.
“Κρατώ την ζωή ενός πλάσματος στα χέρια μου.” Σκέφτομαι, και πριν προλάβουν να τυπωθούν τα εισαγωγικά στην προηγούμενη πρόταση το κουνελάκι έχει φύγει από τα χέρια μου.

Σοκάρομαι.
Ψάχνω παντού, δε μπορώ να το βρω.
Βάζω τα κλάματα. Δε θέλω να πεθάνει. Εγώ φταίω που θα πεθάνει. Εγώ..

Δεν είμαι υπεύθυνη. Μια μαμά δεν θα το έκανε ποτέ αυτό στο παιδί της. Εγώ το έκανα.
Ο μπαμπάς μου, μου λέει να μαθαίνω απο τα λάθη μου.
Πρέπει να μάθω απο αυτό μου το λάθος.
Δεν πρέπει να ξεχάσω ποτέ αυτό το κουνελάκι.
Δεν πρέπει.
Κάθε ώρα, κάθε μέρα, κάθε μήνα, κάθε χρόνο θα σκέφτομαι το κουνελάκι που πέθανε εξαιτίας μου.
Δεν πρέπει να το ξεχάσω ποτέ. Ποτέ.

Λίγο πριν μπω στο σκοτεινό δωμάτιο για να κοιμηθώ, ήμουν σε μια εκκλησία γιατί βαφτιζόμουν.
Ήμουν ενός έτους.
Αυτή είναι η πιο παλιά ανάμνηση του εαυτού μου που τυχαίνει να έχω.

Την ημέρα που ανέβηκα σπίτι μου κλαίγοντας επειδή πέθανε το κουνελάκι εξαιτίας μου, ήμουν τριών ετών.
Αυτή είναι η αμέσως επόμενη παλιά ανάμνηση που ανάγκασα τον εαυτό μου να έχει.

Για τον Μήτσο.
Επειδή το ζήτησε και επειδή θα με πάρει να φύγουμε στην Βενεζουέλα με το ποδήλατό του.

Όλα είναι κύκλος

.
.
.
.
5 διαδρομες ζήτησε η Μπονυ. (Ευτυχώς όχι ταξίδια.) Πέντε διαδρομές της ζωής..

Όταν σκεφτόμαστε έναν δρόμο, με τα μάτια του μυαλού μας, βλέπουμε μια ευθεία.

Οι δρόμοι τις ζωής μου δεν ήταν ποτέ ευθείες. Ήταν -και είναι- δρόμοι που κάνουν έναν μεγάλο κύκλο.
Ο ένας δρόμος ξεκίνησε από το χωριό στα αφηβικά χρόνια και κατέληξε στην πόλη, στα Χανιά.
Ο άλλος απο τα Χανιά στο χωριό. Ο τρίτος απο το χωριό στο Ηράκλειο. ο τέταρτος απο το Ηράκλειο στα Χανιά. Το καθημερινό μου δρομολόγιο πλέον είναι απο τα Χανιά στο χωριό και απο το χωριό στα Χανιά.
Κύκλος.
Όλα είναι κύκλος.
Ο πρώτος δρόμος ήταν στις αρχές τις εφηβείας μου. Καινούριοι φίλοι, καινούριο σπίτι, καινούριες παρέες…ο δεύτερος ήρθε μαζί με την δια παντός εξαφάνιση των σπυρακίων απο την φάτσα μου. Ήρθε μαζί με δουλειά, γκόμενο αλλά και μαζί με τις παρέες που χάθηκαν…
Ο τρίτος ήρθε όπως ακριβώς και ο πρώτος, μόνο με πολύ περισσότερο ενθουσιασμό, κέφι και όνειρα. Ο τέταρτος ήρθε απροσδόκητα, ξαφνικά , με πολύ κλάμα και πολύ αγάπη. Ήταν ο μοναδικός στον οποίο δεν ήμουν μόνη μου.

Ένας μεγάλος κύκλους απο δρόμους που στο κέντρο του έχει πάντα την χαρά, την λύπη, τον έρωτα, την φιλία, την οικογένεια, την δουλειά. Όλα πάντα σε τέλεια εξίσωση έτσι ώστε εκεί που υπερτερεί το ένα, λείπει το άλλο. Η ζυγαριά της ζωής.

Οι χαρές με τις λύπες είναι ίσες.Τίποτα περισσότερο αλλά και τίποτα λιγότερο.
Τις χαρές τις ζούμε με στιγμές. Μαζί με άλλους. Χωρίς να είναι απόλυτο αυτό.
Τις λύπες έχουν μεγαλύτερη χρονική διάρκεια και τις ζούμε με τον εαυτό μας. Χωρίς να είναι ούτε και αυτό απόλυτο.
Από εμάς εξαρτάται το αν στο τέλος θυμόμαστε τις ευτυχισμένες στιγμές ή όχι.
Από εμάς εξαρτάται αν οι “λύπες” μας διδάξουν κάτι ή όχι.
Απο εμάς εξαρτάται κυρίως, η γεύση που θα μείνει στο τέλος.
Αν θα είναι πικρή ή γλυκιά…

Η λέξη “δρόμος” είναι αρχαιοελληνική. Αρθρώθηκε για πρώτη φορά απο τους Μυκηναίους.
Αν έλεγε κάποιος “δρόμο” στις Μυκήνες, εννοούσε εκείνο το μεγάλο χαντάκι που οδηγούσε στους τεράστιους θολωτούς τάφους.

Ο “δρόμος” άμεσα συνδεδεμένος με τον θάνατο.Η πορεία προς αυτόν.

Οι δρόμοι τις ζωής αυτό κάνουν ακριβώς. Σε βάζουν να γυρνάς γύρω γύρω, σε κάνουν να ξαναζείς τα ίδια και τα ίδια μέχρι να καταλήξεις εκεί απ’όπου ξεκίνησες. Στο τίποτα.
Σε βάζουν όμως με το ζόρι να μαθαίνεις πράγματα. Ακόμα και αν δεν είσαι έτοιμος γι’αυτό.
Σε κάνουν να κλαίς και να γελάς.
Σε κάνουν σοφότερο ή ακόμα πιο ηλίθιο..

Υγ1. Δεν βγήκε αυτό που ήθελα να βγει, αλλά δε γαμείς.. Ζητείται έμπνευση αυτόν τον καιρό..
Υγ2.Συγνώμη για την καθυστέρηση Μπονίτα!
Υγ3. Αυτό το παιχνίδι με τις φωτογραφίες και τις ιστορίες είναι τέλειο! περιμένω πρόσκληση απ’οποιονδήποτε!

Super Mario

.
.
.
Ήμουν δέκα χρονών? παίζει και λιγότερο…
Ο Άγιος Βασίλης μας είχε φέρει κάτι περίεργο για δώρο Χριστουγέννων..
Ένα τετράγωνο μαύρο κουτί…
Όταν το είδα δεν ενθουσιάστηκα τόσο όσο με την μπάρμπι, αλλά όταν το είδε ο πατέρας μου ενθουσιάστηκε τόσο όσο όταν έβλεπε τους καλούς βαθμούς μου..

Ήταν η αφετηρία για να στιγματιστεί η παιδική μου ηλικία…

Τα σκηνικά, η μουσική, όλα.. Τα θυμάμαι σαν να ήταν χθες..

Ποιος δεν έπαιζε στα 80s τους κόσμους του σούπερ μάριο?!

Πόσα τηλεχειριστήρια μας είχαν λιώσει στα χέρια μας..
Θυμάμαι την μάνα μου κάθε τρεις και λίγο να τρέχει να μας αγοράζει…

Εγώ έπαιζα όταν τελείωνα τα μαθήματά μου, και ο μπαμπάς το βράδυ.. Μέχρι αργά..
Κάθε πρωί που ξυπνούσα μου είχε αφήσει σημείωμα με ποίες πίστες είχε περάσει!
(Είχαμε καεί και εμείς όσο να’ναι)

Λίγους μήνες αργότερα μαθεύτηκε πως έχω Nintendo, και ερχόταν τα αγοράκια από το σχολείο να παίξουμε όλοι μαζί…

Μετά.. Τα ίχνη του Μάριο χάθηκαν ξαφνικά..

Έπειτα από χρόνια αναζητήσεων, το ανακαλύψαμε τελικά τις προάλλες σε κάποια γωνιά του ίντερνετ..
Όχι κάτι παρόμοιο! Το ίδιο! το αυθεντικό!

Ένα μεγάλο φλας μπακ στα παιδικάτα μου ήταν αυτό.. Γύρισε ο χρόνος πολύ πίσω από την πρώτη στιγμή που άνοιξα την πρώτη πίστα!
Φυσικά και έχω κολλήσει -ξανά!-.

Ιδού και το δωράκι σας:

Κάνοντας κλικ εδώ μπορείτε να το κατεβάσετε…
Το Emulator μαζί με όλα τα Mario World!

Κολλήστε και εσείς! Μη νιώθω μόνη μου!

« Previous Entries Next Entries »