Είμαι εδώ.

Είμαι εδώ.

Σωματικά.

Νοερά δεν είμαι πουθενά, ούτε καν μέσα στο ίδιο το κεφάλι μου.

Δεν θέλω καν να με ψάξω, με έχω ξεχάσει γιατί με είχα βαρεθεί.

Που και που οδηγάω μέσα σε ερυθρόλευκες φωτεινές θάλασσες για να δανειστώ και εγώ λίγο φως.

Κόκκινο.

Φτιάχνω σπίτια γεμάτα απο πιξελιασμένα σκατά για να αποφύγω να δω τα υπόλοιπα σκατά.

Της ζωής μας.

Δεν μιλάς ούτε στον εαυτό σου για αυτό που θες γιατί φοβάσαι πως αυτό που έχεις είναι αυτό που σου αξίζει.

Κοιμάσαι για να μην κλαις και ξυπνάς γιατί δεν θες να ονειρεύεσαι.


Είμαστε ίδιες.

Ζωές.

-

Μιλάμε με το ποντίκι και μιλάμε για τις γάτες γιατί δεν θέλουμε να μιλήσουμε για εμάς.

Τους εαυτούς μας.


Ψάχνουμε τις λύσεις στην σελήνη και μέσα στην καρδιά μας.

Το ένα είναι πολύ μακριά και το άλλο μας προδίδει.

Πλέον κοιμόμαστε  μόνοι μας τα βράδια γιατί ξεχνάω και ξεχνάς.

Ξεχνάμε ότι είμαστε μαζί.


Και νοσταλγώ τις στιγμές που ήμασταν μαζί. Τότε ήταν ωραία.

Θέλαμε να είναι.

-

Όλοι νιώθουμε το ίδιο. Όλοι έχουμε ανάγκη την βοήθεια του άλλου.

Κανείς όμως δεν ζητάει βοήθεια, και βουλιάζουμε.

Στο σκοτάδι.

Στο βούρκο των θέλω, των μπορώ.


Σταμάτησα να διαβάζω και να ακούω μουσική και προσπαθώ να σταματήσω να σκέφτομαι.

Αλλά δεν μπορώ.

Ανάσα

c2_someday_ill_be_my_own_boss_by_sino.jpg

 

Photo: Someday I’ll be my Own Boss: by Sino

 

 

Το πιο σημαντικό πράγμα στην ζωή μου είναι οι ανάσες. Πάντα έκλεβα χρόνο για μια ανάσα και αυτό ήταν η ώθηση για να συνεχίσω και να σκεφτώ. Όλες τις σημαντικές αποφάσεις μου τις έχω πάρει μετά απο μια ανάσα. Μεγάλη. Μια ανάσα που κλείνει εμένα και τον κόσμο μου και κανέναν άλλον.

Με τις ανάσες μου αγάπησα το παρελθόν μου και κατάλαβα πως αν δεν αγαπήσεις και αν δεν συμφιλιωθείς με το παρελθόν σου, δεν θα μπορέσεις ποτέ να είσαι σίγουρος για τα επόμενα μελλοντικά σου βηματάκια. Οι ανάσες μου αυτή τη σιγουριά μου έδιναν. Με έκαναν να αποδεχτώ εμένα, τις αποφάσεις μου και τις σκέψεις μου.

Ζητούνται ανάσες. Ψάχνω μετα μανία μια μεγάλη ανάσα και δεν μπορώ να την βρω πουθενά. Σϊγουρα δεν υπάρχει μες στην καθημερινότητα. Δεν υπάρχει όμως ούτε στις εκδρομές του Σαββατοκύριακου, στα ταξίδια, στα ελάχιστα βράδια που μένω μόνη μου. Δεν υπάρχει ούτε καν στην μπανιέρα μαζί με το αφρόλουτρο αλλά ούτε και σε εκείνο το πεντάλεπτο που έχεις ξαπλώσει και περιμένεις να σε πάρει ο ύπνος.

Η ζωή τρέχει και εγώ προσπαθώ να την φτάσω αλλά είμαι πάντα πίσω της. Το αύριο γίνεται χθες,το πρωί είναι ήδη βράδυ και η ώρα είναι πάντα περασμένη και εγώ πάντα έχω αργήσει.

Τράκαρα, σοκαρίστηκα. Πήγα θεσσαλονίκη, έτρεχα. Τσκακώθηκα, έκλαψα. Δουλεύω συνέχεια, αγχώνομαι. Παίρνω αποφάσεις, ζωής, φοβάμαι. Θέλω μια ανάσα, πνίγομαι.

Λαχανιάζω απο το τρέξιμο και προσπαθώ να φτάσω στο τέρμα αλλα αυτό το τέρμα δεν μπορώ να βρω καν που είναι εδώ και δύο χρόνια, και όσο μου μου λείπει αυτή η πολυτέλεια της ανάσας τόσο απομακρύνονται απο εμένα και οι άλλες οι μικρούτσικες καθημερινές ανάσες. Έχω να ακούσω μουσική εδώ και πέντε μήνες.

Κάπως έτσι είναι τα πράγματα και φτάνω στο σημείο να οδηγάω μηχανάκι και να τρέχω πίσω απο κάτι κάγκουρες και να τους συναγωνίζομαι και μετά να τους ακολουθώ και αυτοί να πηγαίνουν σε κάτι ερημιές και μετά σε ένα σπίτι και εκεί να φωνάζουν και εγώ να φοβάμαι και να φοβάμαι και το μηχανάκι μου και γιάυτό να κλέβω το πρώτο αυτοκίνητο που βρίσκω μπροστά μου για να πάω σπίτι, το οποίο τυχαίνει να είναι ταξί, και μετά να το παρκάρω κάπου για να μπορεί να το πάρει πίσω ο άνθρωπος και να παίρνω μέσα απο το ταξί μια καρέκλα γραφείου και ένα κόκκινο μπαλόνι που είναι τα μόνα αποδεικτικά στοιχεία οτι εγώ είχα πάρει το αμάξι και να τρέχω μαζί με άλλους τρεις μέσα σε ένα πολύ περίεργο, γνώριμο αλλά και άγνωστο χωριό για να τα κρύψω, και στο τέλος τα βάζω πολύ προσεκτικά και με πάρα πολύ άγχος στο μόνο μέρος που φαίνεται ασφαλές το οποίο είναι πίσω απο μια κουρτίνα στην τουαλέτα μιας ταβέρνας!

—-

Μεταξύ μας δεν είναι πολύ δύσκολο να φτάσεις στην παράνοια. Ειδικά αν δεν έχεις εκείνη την ανάσα που τόσο πολύ θες και που πραγματικά την χρειάζεσαι. Ειδικά αν τρέχεις συνέχεια, ακόμα και μες στα όνειρά σου.

Ποιός μπορεί να μου βρεί , να μου δώσει, να μου χαρίσει, μια γαμημένη ανάσα?

Νομιζωπως.

untitled-1-copy.jpg

η εικόνα είναι απο εδώ.

 

 

 

 

Η νοοτροπία των “Νομίζωπως” δεν είναι καινούρια. Θα έλεγα πως γεννήθηκε ακριβώς εκείνη την στιγμή που δημιουργήθηκε και το πρώτο ελληνικό κύτταρο. Είμαι σίγουρη όμως πως αυτήν την εποχή, έχουν πολλαπλασιαστεί. Επικίνδυνα.

Κάθε μέρα συναντώ πολλούς τέτοιους. Στο δρόμο, στην δουλειά, στις παρέες. Παντού.

Είναι περίεργοι. Είναι διαφορετικοί. Αν το διαφορετικό τέλος πάντων είναι περίεργο.

Είναι ανάμεσά μας αλλά δεν είναι.

Ζούν, αλλά δεν ζούν.

Οι νομίζωπως, απλά νομίζουν πως..
Είναι πλούσιοιΜα έχουν πάρει ατελείωτα δάνεια.
Είναι όμορφοι… Μα δεν κοιτούν ποτέ τον καθρέφτη.
Είναι η ψυχή της παρέας… Μα ποτέ κανείς δεν τους παίρνει τηλέφωνο για να βγούν.
Η δουλειά τους πάει καλά… Μα δεν βλέπουν πως είναι στα όρια της χρεωκοπίας.
Αγαπάνε… Μα κάθε βράδυ κοιμούνται μόνοι τους.
Τους αγαπούν… Μα όλοι τους έχουν ξεχάσει.
Είναι χαρούμενοι… Μα κάθε βράδυ μετά το τρίτο ποτό, ο κόμπος στον λαιμό τους γίνεται λυγμός.
Είναι σωστοί… Μα δεν κοιτούν τα λάθη που έκαναν και που κάνουν.
Πως δεν φταίνε εκείνοι για αυτά που τους συμβαίνουν… Μα δεν ζυγίζουν καλά τις επιλογές τους και τις αποφάσεις τους για να δουν ποιός φταίει.
Είναι ελεύθεροι… Μα είναι φυλακισμένοι μέσα στο απέραντο νομίζω τους.

Εθελοτυφλούν. Αγνοούν την πραγματικότητα, και απλά νομίζουν πως είναι κάτι άλλο αυτό που είναι και δεν δέχονται καμία αντίθετη άποψη, γιατί αυτό το νομίζω είναι τόσο σίγουρο μέσα τους όσο το ονειρεύομαι, το φαντάζομαι, το ελπίζω και το θέλω τους.
Και εγώ κάποιες στιγμές νομίζω πως καταλαβαίνω τους γύρω μου.. Μα εγώ η ίδια δεν έχω καταλάβει εμένα.. Ακόμα.

Ωραία, νέα και ευτυχής

happy_birthday_by_deluding.jpg

Πάει και αυτό.

Πέρασε και όλως παραδόξως δεν άγγιξε.

Συνήθως η αγωνία , η μελαγχολία, ο προβληματισμός, οι αδιάκοπες αναμνήσεις, οι ατελείωτες ώρες σκέψης, το “και τώρα τι? και πως?αυριο που?” ήταν κυρίαρχα. Αυτή την φορά δεν υπήρχαν.

Ήταν και όμορφα. Ήταν υπέροχα. Ήταν γεμάτα από αγάπη. Απλά εγώ δεν ήμουν εκεί.

Δεν το ένιωσα, δεν το κατάλαβα.

Ίσως αυτό να σημαίνει πως δεν ήταν η ώρα του να συμβεί. Πως πρέπει το 24 να μείνει 24 και όχι να γίνει κάτι άλλο..

Στα 25 “πρέπει” να είσαι κάπως. Εσύ νιώθεις πως πρέπει να είσαι κάπως.

Εγώ είμαι. Εδώ και ένα χρόνο είμαι έτσι όπως θα ήθελα να είμαι και χαίρομαι. Κατά βάθος χαίρομαι.

“Μαμά Γερνάω” θα έλεγα αν. Αν δεν υπήρχαν δύο αν.

Το πρώτο είναι ότι δεν γερνάω!

Δεν τα δέχομαι τα φετινά γενέθλια, πως αλλιώς να σας το πω…

Τσανακλίδου Τάνια - Μαμά, Γερνάω….

 

Εδώ όμως είναι οι αναμνήσεις που δεν χάνουν ευκαιρία να έρθουν στην επιφάνεια..Τις διαβάζω, νοσταλγώ και χαίρομαι..

Εδώ είναι και μια ιστορία “εμπνευσμένη απο αυτή την ημέρα..

 

Και του χρόνου.. Έτσι ακριβώς εύχομαι!

Αντίο..

____today_i_m_sad_by_machine9.jpg

Φαντάζομαι πως κάθομαι σε εκείνη την καρέκλα όπου καθόσουν κι εσύ. Μπροστά απο το τραπέζι, ακριβώς απέναντι στην τηλεόραση.

Η τηλεόραση παίζει Λάμψη και η τράπουλα δίπλα περιμένει για να παίξεις πασιέντζα.

Ο χώρος είναι κρύος γιατί πάντα ήταν έτσι. Σηκώνω το τραπεζομάντηλο και βρίσκω την φωτογραφία μου. Μου είχες πει πως την κοίταζες κάθε μέρα. Χαμογελώ.

Γύρω μου είναι αυτοί που αγαπάς. Εκείνος σε περίοπτη θέση.όταν ήταν εικοσιπέντε. Μου είχες πει πως τα φτιάξατε επειδή σου έδωσε ένα πορτοκάλι. Ακόμα προσπαθώ να καταλάβω τι εννοούσες. Σε είχα ρωτήσει και τότε, αλλά μου είχες πει πως ήμουν πολύ μικρή για να καταλάβω.Φαίνεται πως ακόμα δεν μεγάλωσα.

Το βλέμμα μου κολλάει παντού. Στις φωτογραφίες των γιων σου και την δικά μου. Όλοι πολλοί νέοι, εγώ μωρό. Στα κάδρα, στην ξυλόσομπα, στην δεξιά γωνία του δωματίου όπου συνηθίζαμε να βάζουμε το Χριστουγεννιάτικο δέντρο. Πάντα ήταν τόσο ψηλό που η κορφή του έφτανε στο ταβάνι.

Βγαίνω έξω και μοιάζει αυτό να είναι το σπίτι που μεγάλωσα. Πάντα το ένιωθα οικείο. Θυμάμαι που στο πέτρινο τραπέζι τρώγαμε το καλοκαίρι, θυμάμαι που στις πέτρινες παλιές γούρνες έπλενε ο θείος μου τα ψαροτούφεκα, που στον ξυλόφουρνο έψηνες τα καλιτσούνια το πάσχα και γέμιζες όλη την αυλή με τεράστια ταψιά.

Θυμάμαι που στην γιορτή του Αϊ Γιάννη πηγαίναμε στο εκκλησάκι στην ρεματιά “στο φαράγγι μας”. Μου έδειχνες τον τάφο του προπρο-πάππου μου και τις νυχτερίδες μέσα στην σπηλιά. Μετά πηγαίναμε σπίτι και μαγείρευες ρεβύθια.

Πιο πολύ απ’όλα όμως θυμάμαι τα τρία φιλιά στο μάγουλο. Πάντα με φιλούσες δίνοντάς μου τρία συνεχόμενα φιλιά στο μάγουλο. Ακόμα ακούω τον ήχο και ακόμα σε νιώθω.Εσύ ποτέ δεν με άφηνες να σε φιλήσω. Μου έδινες να φιλήσω τα χέρια σου.

Αυτό το σπίτι, εσύ.. Άρρηκτα δεμμένοι με τα παιδικά μου χρόνια και τώρα δεν ξέρω τι μου φαίνεται πιο περίεργο. Το οτι μεγάλωσα, το ότι δεν θα σε ξαναδώ ή το ότι δεν θα ξαναμπώ μέσα σε εκείνο το σπίτι.

Δύο παιδιά, τέσσερα εγγόνια και 87 χρόνια στην πλάτη. Καλά τα κατάφερες! μακάρι να τα καταφέρω και εγώ έτσι.

Δεν λυπάμαι που έφυγες. Ήταν εύκολο για σένα. Ήταν η ώρα. Ήταν η κατάληξη της… ζωής.

Ένα πράγμα δεν μπορώ να καταλάβω. Ένα πράγμα μόνο μου έχει καρφωθεί στο μυαλό.

Γιατί αυτά τα δάκρυα στο τέλος ρε γιαγιά? Γιατί?

« Previous Entries