Γ2

.. Ο Πράσινος έκλεισε το τηλέφωνο, αλλά η Μώβ συνέχισε να κρατάει το ακουστικό, και να κοιτάζει επίμονα τον καναπέ του γραφείου, λες και αυτός έφταιγε για όλα.
Ένιωθε πνιγμένη, απελπισμένη όπως πριν τον ακούσει, μα τώρα ένιωθε και εκνευρισμένη.

“Θα τα πούμε αργότερα”.
Δε τα λέμε τώρα γιατί δεν έχουμε τίποτα να πούμε.
Αργότερα ίσως να συμβεί κάτι άξιο κουβέντας.
Ίσως και όχι. Τότε πάλι θα πούμε την ίδια φράση. “Θα τα πούμε αργότερα”.

Μωρό μου, δεν είμαστε πρακτορεία ειδήσεων. Δεν χρειάζεται να λέμε τίποτα. Θέλω μόνο να σε κοιτάζω στα μάτια και να περιμένω αυτά να μου τα πούν όλα, τώρα.Θέλω να λέμε για καινούριους πλανήτες και για τα όνειρα της προηγούμενης νύχτας. Να λέμε για το πως πετούσαμε όταν είμασταν παιδιά και για τα βιβλία του Ρόμπινς. Θέλω να κάνουμε άγριο σεκς σαν ζώα ή τρυφερό έρωτα σαν να είμαστε οι μόνοι ερωτευμένοι άνθρωποι στον κόσμο. Δε θέλω να τα πούμε αργότερα.
Κοίταξε το ακουστικό, σκέφτηκε να του τηλεφωνήσει, να του τα πει αυτά και άλλα τόσα.

Δεν ήθελε να του χαλάσει την διάθεση. Όποτε γυρνάει απο το πάρκο η διάθεσή του είναι περίφημη.

ένα “Πνίγομαι” βγήκε απο τα χείλη της.
Κοίταξε με το πιο μισητό βλέμμα που είχε ποτέ τον καναπέ του γραφείου και άφησε τη ματιά της να περιπλανηθεί.

Η ώρα ήταν 5:30 το απόγευμα.
Σιγά σιγά έπρεπε να ετοιμαστεί. Να ντυθεί όσο πιο ζεστά γίνεται, να πάει εκεί, στην μέση του πουθενά να περιμένει το λεωφορείο. Να πάει σπίτι.
Λίγες μέρες πριν έφευγε από την δουλειά με ένα τεράστιο χαμόγελο. Θα πήγαινε σπίτι τους. Ανυπομονούσε να είναι μαζί. Τώρα φεύγει σκυθρωπή. Κούραση και Ρουτίνα.

Αυτό ήταν το πρόβλημα. Η ρουτίνα.
Τα ίδια πράγματα να επαναλαμβάνονται καθημερινά.
Αυτό δεν το είχαν υπολογίσει.

Σε όλη την διαδρομή η Μωβ δεν σκεφτόταν τίποτα. Δεν ήθελε να κάνει οποιουδήποτε είδους σκέψη.Ήθελε να ηρεμίσει. Να τα κρύψει όλα. Μέσα της.

Έφτασε σπίτι τους. Χτύπησε το κουδούνι με τον συνηθισμένο “εκνευριστικό” τρόπο.Για πρώτη φορά ο Πράσινος δεν της άνοιξε.
Αφού βρήκε τα κλειδιά της μετά από μια βαθιά ανασκαφή στην πάντα τεράστια τσάντα της, πέρασε μέσα.

Η κούπα του πρωινού της καφέ ήταν πεσμένη στο πάτωμα. Το χαλί χάλια. Το υπόλοιπο σπίτι ακατάστατο, λες και δεν το είχε τακτοποιήσει κανείς και ποτέ.

Η Μωβ σάστισε.
Βρήκε τον Πράσινο, να κάθετε στην μέση του σαλονιού ακούγοντας κάτι ρεμπέτικα απο ένα μικρό ραδιοφωνάκι.

“Τι έγινε εδώ?!”
“…”
“Γιατί είναι όλα έτσι?”
“…”
“Έχεις κάτι?”
“…”
“Μα γιατί δε μου μιλάς?! Κουράστηκα να προσπαθώ πάντα να μαντεύω τι έχεις. Κουράστηκα να σε παρακαλάω να μου μιλήσεις για το τι συμβαίνει. Κάνω υπομονή. Δε ξέρω για πόσο ακόμα. Ειλικρινά….”

(συνεχίζεται…)

Γ1

Ήταν στην γνωστή θέση. Στο μέσα γραφείο, μπροστά από τον υπολογιστή, με την “υπέροχη” θέα από πίσω της. Ποτέ δεν ήθελε να δουλέψει εκεί. Τα σιχαινόταν όλα. Το γραφείο, την θέα, τις υπαλλήλους.
“Αυτές οι παντρεμένες σου κάνουν κακό” έλεγε ο Πράσινος. Είχε δίκιο. Είχαν αρχίσει να την κουράζουν. Οι σχέσεις τους όσο περνούσε ο καιρός γινόταν όλο και πιο τυπικές. Οι κουβέντες μετρημένες πλέον: «Καλημέρα» , «Καφέ», «Σήκωσε το τηλέφωνο», «Γεια», «Τα λέμε αύριο».
Η δουλειά την κούραζε. Έκανε τα ίδια πράγματα εδώ και δέκα χρόνια. Είχε βαρεθεί τα ίδια και τα ίδια. Αυτό την κούραζε.
Το ήξερε πως αν έμενε εδώ θα σιχαινόταν τα πάντα. Ήταν βέβαιη γι’αυτό. Ίσως επειδή ήξερε πως βαθιά μέσα της τα είχε ήδη σιχαθεί όλα προ πολλού.

Ήταν απόγευμα. Σούρουπο. Σκεφτόταν πως σε λίγη ώρα θα φύγει.
Εθνική, κρύο, λεωφορείο, κρύο, περπάτημα. Δεν είναι ότι δεν γινόταν αλλιώς. Γινόταν. Απλά επέλεξαν να γίνεται έτσι, και αυτό ήταν που την τρέλαινε. Δεν το χωρούσε το μυαλό της αυτό. Πως κάποιοι θέλουν να την βλέπουν να παιδεύεται. «Να ζοριστείς για να μάθεις». Μα ποιος μπορεί να ξεστομίσει τέτοια κουβέντα. Σίγουρα όχι αυτοί που σε γέννησαν. Και όμως…

Χάζευε στον υπολογιστή της. Βρήκε κάτι φωτογραφίες από εκεί. Από εκείνο το μέρος που αγαπούσε.
Άρχισε να νοσταλγεί.
Δε το αγαπούσε επειδή ήταν όμορφο. Δεν ήταν. Κάθε άλλο.
Το αγαπούσε γιατί εκεί είχε βρει για πρώτη φορά τον εαυτό της. Εκεί έζησε μέσα σε τέσσερα χρόνια, σαν παιδί , σαν έφηβη, σαν γυναίκα. Όλα μαζί σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα. Είχε τόσους φίλους όσο ποτέ άλλοτε. Είχε ένα γεμάτο σπίτι. Ένα σπίτι γεμάτο αναμνήσεις, γεμάτο αγάπη από φίλους, γεμάτο από κεριά, μικροαντικείμενα, γεμάτο από κόσμο. Ήταν ερωτευμένη με το σπίτι της.
Της ήρθαν σκηνές από την μετακόμιση στο μυαλό, που την τάραξαν όπως οι χειρότεροι εφιάλτες που σε κάνουν να τραντάζεσαι μέσα στον ύπνο σου και να ξυπνάς ιδρωμένος.
Της έλειπαν όλα.

Την έπιασε το παράπονο.
Είχε βρει εκεί, στην πόλη που αγαπούσε, την ιδανική δουλειά, το ιδανικό σπίτι, και σε συνδυασμό με τους φίλους της, θα τα έβγαζε πέρα. Η αρχή θα ήταν δύσκολη, όπως και κάθε αρχή, αλλά μετά θα έστρωναν όλα. Θα τα είχε καταφέρει μόνη της. Χωρίς την βοήθεια κανενός. Πίστευε στις δυνάμεις της. Θα ήταν υπερήφανη για τον εαυτό της, μια που ποτέ, κανείς δεν ήταν υπερήφανος για κείνη.
Αλλά φευ. Το όνειρο, η «μεγάλη ιδέα» χάθηκαν, μαζί με την ελευθερία της, την φοιτητική της ζωή, και το βόλεμα. Τσαφ! Όλα χάθηκαν ξαφνικά. Σαν ένα «τσαφ».

Τώρα? Τώρα μένει σε ένα σπίτι στο κέντρο μιας πόλης που πάντα μισούσε. Για το χατίρι των δικών της και εκείνου. Πηγαίνει με τον πιο δύσκολο τρόπο σε μια δουλειά που σιχαίνεται, και σε ένα περιβάλλον που μόνο άρρωστο θα μπορούσε να χαρακτηρίσει. Γυρνάει αργά το βράδυ. Μαγειρεύει και κάνει κάποιες δουλειές. Κοιμάται νωρίς και ξυπνάει ακόμα πιο νωρίς. Τα σαββατοκύριακα πλένει τα σεντόνια και τα τζην του παντελόνια στα χέρια και καθαρίζει στο σπίτι.
Το μόνο που της δίνει κουράγιο είναι η αγκαλιά του.
Τον καταλαβαίνει. Και εκείνος την καταλαβαίνει, αν και αμφιβάλλει για αυτό που και που.
Δεν της λέει τρυφερά λόγια. Δεν της παίρνει δώρα. Δεν της δημιουργεί ρομαντικές στιγμές. Δεν της ψιθυρίζει «Σ’αγαπάω» στο αυτί, αλλά την παίρνει αγκαλιά.

Άρχισε να δακρύζει.
Γιατί να μην μπορούσε να έχει εκείνη την αγκαλιά εκεί. Εκεί που ήταν όλη της η ζωή?
Αυτό θα ήταν ευτυχία.
Γιατί να μην είναι όλα πιο εύκολα?
Γιατί να πληρώνει πάντα εκείνη το τίμημα?
Γιατί ξαφνικά να νιώθει πως έχει μεγαλώσει είκοσι χρόνια, μέσα σε ένα καλοκαίρι?

Ένα σωρό γιατί και ένα σωρό από σκέψεις εικόνες αναμνήσεις και στιγμές της βίαζαν το μυαλό.

Κρατούσε το κεφάλι της με τα δυο της χέρια, και προσπαθούσε να κρύψει τα δάκρυά της, όταν χτύπησε το τηλέφωνό της.

Ήταν ο Πράσινος.
- Τι κάνεις?
- -….Καλά… Εδώ, τα ίδια… εσυ?
- Είχα πάει βόλτα στο πάρκο. Δε μιλήσαμε σήμερα. Ήθελα απλά να σε ακούσω.
- …Θα τα πούμε αργότερα. Δε μπορώ να σου μιλήσω τώρα…
- Καλά…

(συνεχίζεται..)