Γκουκουρού

trees2.jpg

Μια φορά και έναν καιρό, κάπου μακριά, πιο μακριά και από το μακριά και ίσως και πιο μακριά και από το μακριά της φανταστικής μακρινής απόστασης βρισκόταν μια πόλη. Η περίφημη πόλη Γκουκουρού.

Κανείς ξένος δεν την είχε δει ποτέ. Κανένας συνδυασμός κάλτσα-παντόφλα κανενός τουρίστα δεν την είχε επισκεφτεί. Κανένα αεροπλάνο ή αποδημητικό πουλί δεν είχε δει ποτέ πως μοιάζει αυτή η πόλη από ψηλά.

Η Γκουκουρού ήταν κρυμμένη μέσα σε μια κοιλάδα. Την περιτριγύριζαν τεράστια και υπεραιωνόβια κυπαρίσσια, πλατάνια, ευκάλυπτοι, ιτιές καθώς επίσης κισσοί και θάμνοι, λες και αυτά τα φυτά καθόριζαν τα σύνορά της. Η βλάστηση ήταν τόσο πυκνή που κάλυπτε τις σκεπές των σπιτιών.

Έφτιαχνε ένα τεράστιο θόλο πάνω από την πόλη με αποτέλεσμα να την κάνει αόρατη σε όλους τους χάρτες και σε όλους τους δορυφόρους ενώ κατάφερνε με επιτυχία να μένει απροσπέλαστη σε τόσο στους περίεργους Κολόμβους όσο και στα αυγά τους.

Έμοιαζε σαν όλο το πράσινο αυτού του τόπου να ήθελε να αγκαλιάσει ανθρώπους που δεν ήταν ούτε εμπρηστές, ούτε στελέχη πολυεθνικών, ούτε καν παράγοντες τουρισμού.Ήταν σαν αυτό το πράσινο να είχε εμπιστοσύνη μόνο στο συγκεκριμένο ανθρώπινο γένος.

Το 1783 με σκοπό να μην αλλάξει αυτή η ιδιότητα ποτέ, είχαν θεσπιστεί από τον μέγα Αστράλ. τον Γ’ , τέσσερις νόμοι οι οποίοι μέχρι και σήμερα αποτελούν τους θεμελιώδης νόμους του συντάγματος της Γκουκουρού.
Ο Πρώτος νόμος επέβαλλε σε κάθε δέκα τετραγωνικά μέτρα κήπου του κάθε σπιτιού να φυτεύεται μια πανύψηλη λεύκα, τις οποίες όπως έλεγε ο δεύτερος νόμος απαγορευόταν αυστηρά να τις στολίζουν οι κάτοικοι για Χριστουγεννιάτικα δέντρα. Ο τρίτος νόμος απαγόρευε την κάθε επαφή,επικοινωνία,συναλλαγή με οποιονδήποτε ή οτιδήποτε που δεν άνηκε στην πόλη Γκουκουρού, και ο τέταρτος νόμος απαγόρευε την ολοσχερώς και ανεξαιρέτως την είσοδο και την έξοδο από την πόλη αυτή.

Η Ιστορία μας όμως δεν έχει καμία σχέση με όλα αυτά.

Το πραγματικά αξιοθαύμαστο και περίεργο της πόλης αυτής ήταν οι κάτοικοί της.

Οι Γκουκουρού ήταν περίεργα πλάσματα και διακρίνονταν κυρίως από τρία χαρακτηριστικά. Το ύψος τους, το όνομά τους και τα νεύρα τους.
Όλοι οι Γκουκουρού ήταν πολύ ψηλοί. Θεόρατοι. Πέντε μέτρα ο καθένας και έξι φορές η περίμετρος της γης όλοι μαζί. Τα χέρια τους έμοιαζαν με τα κουπιά που είχαν οι αρχαιοελληνικές τριήρεις,και τα πόδια τους σαν τεράστια, υπερφυσικά και γεμάτα με ορμόνες αγγούρια. Λέγεται πως για να σκάψουν για τα θεμέλια των σπιτιών τους απλά καλούσαν τους φίλους τους στο οικόπεδό τους και χόρευαν όλοι μαζί γιάνκα. Οι πατημασιές τους ήταν τόσο μεγάλες και τόσο βαθιές που σε ένα βράδυ έκαναν την δουλειά που θα έκανε μια μπουλντόζα σε 3 ημέρες…
Το όνομά των πολιτών, πρωτοφανές στα φανταστικά-ιστορικά δεδομένα, αποτελούνταν από ένα ή δύο γράμματα και δύο αριθμούς. Τα γράμματα δήλωναν την κάθε οικογένεια, ενώ οι αριθμοί τον αύξοντα αριθμό του κάθε απογόνου. Στα ΩΩ και στα ενενήντα εννέα αυτή η μαλακία τερμάτιζε, γινόταν ένα μνημόσυνο και ένα μπάρμπεκιου και η οικογένεια άρχιζε την αρίθμηση της από την αρχή. Για παράδειγμα, σήμερα ο Α-15 είναι ο Βασιλιάς ενώ ο ΩΩ-89 είναι αυτός που ποτίζει κάθε μέρα μια προς μια όλες τις λεύκες.
Μπορεί να τοποθετούνται τα νεύρα τους σαν το τρίτο χαρακτηριστικό τους, μα σας διαβεβαιώ πως δεν είναι καθόλου ασήμαντο και αμελητέο. Οι μύθοι λένε πως την ημέρα και ιδιαίτερα κατά τις τρεις το μεσημέρι που είναι ώρα της υπερωρίας, ακουγόταν ένα τεράστιο βουητό. Αν μάλιστα άκουγες πολύ προσεκτικά θα μπορούσες να καταλάβεις πως αυτό το βουητό ήταν ένα μακρόσυρτο και πολύ εκνευρισμένο “γκρρρρρρρρρρρρρρρρρρρ”

Το θέμα της ιστορίας μας όμως δεν είναι αυτό.

Εκείνη η μέρα λοιπόν ήταν μια ξεχωριστή ημέρα αφού ο Γ-41 έχει τα γενέθλιά του. Δεν ήταν ξεχωριστή ημέρα για εμάς, αλλά για τον ίδιον και μόνο, αφού όλοι την ημέρα των γενεθλίων μας νιώθουμε πως ξεχωρίζουμε από όλους τους υπόλοιπους.

Η δουλειά του Γ-41είναι οι επικοινωνίες. Δηλαδή στέλνει το μήνυμα που δεν μπορούσε ο Ψ-28 να στείλει στην ΠΚ-69 για να της πει πόσο σέξι είναι τα δάχτυλα των ποδιών της, γράφει το τέλος του άρθρου για τον Ξ-11 που αφορά την μέγιστη μάστιγα της Γκουκουρού, την οστεοπόρωση, δικαιολογεί στην ΤΣ-87 γιατί ο γιος της ΤΣ-88 έμεινε απο απουσίες. Γενικά, βοηθούσε τους Γκουκουρού να επικοινωνούν καλύτερα. Έκανε ένα από τα πιο χρήσιμα και κουραστικά φυσικά επαγγέλματα αυτής της πόλης.
Την ξεχωριστή ημέρα εκείνη, έφυγε πιο νωρίς από την δουλειά. Το δικαιολογητικό που είχε καταθέσει πριν 5 χρόνια έλεγε πως πρέπει επειγόντως να επικοινωνήσει με τους φίλους του γιατί με τόση δουλειά δεν προλαβαίνει. Το ρεπό το είχε από την αρχή στο τσεπάκι του!

“Ρεπό στα γενέθλιά μου! Τέλεια!” Σκέφτηκε, αλλά μετά θυμήθηκε το ότι είχε μείνει άφραγκος από τις πρώτες μέρες του μήνα και έτσι αναφώνησε και ένα “γκρ”.

“Σκατά” μουρμούρισε, “Θα κάτσω σπίτι και σήμερα, έτσι και αλλιώς αυτό μου αρέσει να κάνω, μην κοροϊδεύω και τον εαυτό μου. Οι φίλοι μου δεν με χρειάζονται και σίγουρα δεν τους χρειάζομαι ούτε και εγώ. Η φιλία σήμερα πάει κατά διαόλου. Τα βλέπω κάθε μέρα στην δουλειά αυτά, οπού όλοι τσακώνονται και μετά βάζουν εμένα να τους τα ξαναβρώ! Τους μισώ όλους αυτούς τους βλάκες! γκρρ “

Άλλος ένας θα μου πείτε όπου κουβαλάει τα προβλήματα της δουλειάς στο σπίτι, όμως ίσως και να είχε κάποιο δίκιο..Όλοι σε αυτήν την πόλη τσακώνονταν με όλους και μετά πηγαίναν σε τύπους σαν τον φίλο μας για να τους τα ξαναβρεί και μετά με ένα “γκρ” χαλούσαν όλη την προσπάθεια του Γ-41, και μετά πάλι τα ίδια και τα ίδια και τα ίδια και τα ίδια… Καταλάβατε.

Περπατούσε λοιπόν την γνωστή διαδρομή δουλειάς-σπιτιού σκυφτός, σκεπτικός, σκυθρωπός και γενικά έμοιαζε με πολλά επίθετα απο σκ-.

Είχε βρέξει. Ποτέ δεν έβρεχε πολύ σε αυτήν την πόλη, καθώς τα κλαδιά των δέντρων που την κάλυπταν επέτρεπαν μόνο σε λίγες σταγόνες βροχής να φτάσουν το έδαφος της Γκουκουρού. Κοίταζε κλεφτά πίσω του, τις τεράστιες πατημασιές που άφηνε.

Για μια στιγμή, μόνο για εκείνη την στιγμή, μόνο εκείνα τα ελάχιστα κλάσματα του δευτερολέπτου, μόνο σε εκείνο το “τσαφ” του χρόνου έπιασε τον εαυτό του να αισθάνεται μοναξιά.

“Μακάρι άλλο ένα ζευγάρι απο βήματα να συνόδευε τις δικές μου πατημασιές..

Και τα εισαγωγικά της σκέψης του δεν κατάφεραν να κλείσουν ποτέ γιατί ποτέ δεν ολοκληρώθηκε αυτή η σκέψη.

Μόλις τα εισαγωγικά πήγαν να κλείσουν, ένα τέταρτο στιγμής πριν την ολοκλήρωση της σκέψης, ακούστηκε ένα τεράστιο ΜΠΑΜ, που κάλυψε όλα τα “γκρρρρρρρρρ” της περίεργης αυτής πόλης και που εμπόδισε αυτήν την σκέψη να συνεχιστεί.

Μέσα στην θολούρα του μυαλού του και των σκέψεών του δεν είχε καταλάβει πως πλέον περπατούσε στην μέση του δρόμου.

Τροχαίο. Νοσοκομείο. Χειρουργείο.

“Λυπάμαι.Ακρωτηριασμός..” Είπε ο γιατρός Β-52 στην Γ-40, την μητέρα του Γ-41.

“Με λίγη προσπάθεια θα μπορέσει να περπατήσει ξανά. Θα έχει όμως ένα πρόβλημα το οποίο σίγουρα θα τον ακολουθεί σε όλη την υπόλοιπη ζωή του. Θα είναι.. πως να σας το πω.. θα είναι… εχμ να, κοιτάξτε.. Στο ατύχημα χτυπήθηκαν τα πόδια του γιου σας. Τα κόκαλα έγιναν χαλκομανία. Αναγκαστήκαμε να του κόψουμε τα πόδια από τα γόνατα… Ο γιος σας έχει μείνει δύο μέτρα… Τρία μέτρα κοντύτερος…!!”

“Ο Γιος μου ΚΟΝΤΟΣ? πως θα την αντέξει το σπίτι μας τέτοια συμφορά? Θα ξεχωρίζει, θα στιγματιστεί, θα τον δείχνουν όλοι με το δάχτυλο? Μήπως εσείς κάνατε κάποιο λάθος γιατρέ? γκρ?Μήνυση?γκρρρρ?”

Οι ημέρες στο νοσοκομείο πέρασαν γρήγορα για όλους αλλά κουραστικά και επίπονα για τον Γ-41. Αλλεπάλληλα χειρουργεία, φυσικοθεραπείες, προσπάθεια να περπατήσει ξανά, και ντροπή.. τι ντροπή..ανυπόφορη ντροπή.

Η επιστροφή στο σπίτι ήταν δύσκολη, καθώς αποφάσισε να παραιτηθεί από την δουλειά, να τσακωθεί με όλους του φίλους του (που για να λέμε την αλήθεια δεν ήταν και δύσκολο, γκρ) και να μείνει κλεισμένος μέσα στο δωμάτιο του για.. για όσο.

Ο χρόνος περνούσε, οι ημέρες, οι ώρες και ο Γ-41 ντρεπόταν, φοβόταν και δεν τολμούσε να βγει από το σπίτι. Έμενε μέσα κλεισμένος, μπροστά στον υπολογιστή και δεν τον ενδιέφερε τίποτα πια. Ήταν σίγουρος πως από εδώ και πέρα κάπως έτσι θα έμοιαζε όλη η υπόλοιπη ζωή του. Δεν μπορούσε να κάνει και κάτι άλλο άλλωστε. Είχε γίνει Admin σε τρία φόρουμ, είχε φτιάξει και ένα δικό του. Είχε φτιάξει επίσης: δύο κανάλια στο IRC, 28 Bugs των Windows, ένα κοτόπουλο με πατάτες, 6 Plug in στο winamp καθώς επίσης και λογαριασμό στο Facebook, στο Myspace , στο Hi-5 και στο Deviantart για να βλέπει τα “Artistic Nude”.

Η Μάνα του, όπως και κάθε μάνα που θα ήταν στην θέση της εδώ που τα λέμε, μαράζωνε και μόνο που τον έβλεπε.

“Γκρρ, δεν έφαγα τα νιάτα μου για να καταντήσεις έτσι” Έλεγε.

“Γκρρρ, δεν μπορώ να μαζεύω άλλες κόκα κόλες από το δωμάτιό σου”

” Τι θα γίνει με εσένα, πρέπει να κάνεις κάτι να νοικοκυρευτείς, θα πεθάνω και δεν θα δω εγγόνια, γκρρ”

Μαντέψτε. Το θέμα της ιστορίας μας δεν έχει σχέση με όλα αυτά.

Το θέμα της ιστορίας έχει σχέση με το μέρος που αποφάσισε η κυρά-Γ-40 να στείλει τον γιο της.

Ένα μέρος περίεργο και παραμυθένιο.

Λίγο έξω από την πόλη Γκουκουρού, υπήρχε η περιοχή Επίπι.

Μια περιοχή στην οποία δεν κατοικούσαν άλλοι άνθρωποι.Ήταν η επίσημη περιοχή όπου οι Γκουκουρού είχαν παραχωρήσει στους επίσημους φίλους τους. Στα φυτά.

Εκεί η βλάστηση ήταν πιο πυκνή απο οπουδήποτε αλλού. Για να περπατήσεις μέχρι την μικρή λιμνούλα έπρεπε να κόψεις σχεδόν τρεις τεράστιους σωρούς από αγριόχορτα. Εννοείτε πως εκεί δεν υπήρχε ούτε ρεύμα, ούτε και υπολογιστές. Μεγάλη ατυχία για τον Γ-41..

…Όμως αυτή η περιοχή έμοιαζε με μέρος που μόνο στα όνειρά σου μπορείς να το δεις..

Τα κρυστάλλινα νερά της μικρής λιμνούλας λαμποκοπούσαν από τις ηλιαχτίδες που έμοιαζαν σα να τα κάρφωναν έτσι όπως κατάφερναν να ξεφεύγουν από τα φυλλώματα των δέντρων. Μια ολόκληρη θάλασσα από λουλούδια σε έκανε να μεθάς από τα αρώματα τους και να ζαλίζεσαι από τα χρώματά τους. Το πράσινο χρώμα ήταν εκεί σε όλες του τις αποχρώσεις, σε όλους τους τόνους. Ακόμα και ο πιο έμπειρος ζωγράφος θα ζήλευε το ανοιχτό πράσινο του χορταριού, το σκούρο πράσινο των φύλλων της κλαίουσας και το βροντερό πράσινο των βατράχων. Το δροσερό αεράκι έκανε όλα τα φύλλα, τα λουλούδια και τις καλαμιές να χορεύουν και να σε κάνουν να νομίζεις πως όπου να’ναι θα εμφανιστούν μπροστά σου οι 7 νάνοι, ο τσιπ, ο ντέηλ, η σταχτοπούτα, ο τόμ , ο τζέρυ, και ο μπάρμπα-στρούμφ αυτοπροσώπως.

Ο Γ-41 στην αρχή δεν ήθελε να μείνει εκεί. Φοβόταν. Δεν ένιωθε μοναξιά, είχε αρχίσει να μην καταλαβαίνει πότε ακριβώς κάποιος μπορεί να νιώθει μοναξιά. Απλά δεν ήθελε να μείνει εκεί. Όπως ποτέ δεν θέλει κανείς να κάνει κάτι που του λέει η μάνα του.

Δεν είχε όμως και άλλη επιλογή. Η κυρία Γ-40 του το είχε δηλώσει ρητά και ξεκάθαρα.

“Δεν σε γέννησα εγώ, δεν σε μεγάλωσα με όλα τα καλά του Θεού, για να μου είσαι όλη μέρα στους υπολογιστές. Την ώρα και την στιγμή που μπήκε αυτό το διαολόπραμα στην ζωή μας! Κάτσε εδώ, φάε ότι βρεις. Ρίζες, σκατά δεν με νοιάζει και κανόνισε την πορεία σου. Φτιάξε ένα σπίτι να μείνεις, βρες κάτι να κάνεις. Εδώ δεν πρόκειται να σε δει κανείς και δεν θα ντρέπεσαι κανέναν. Μια φορά τον μήνα θα έρχομαι να σε βλέπω. Θα σου φέρνω ρούχα και μια γυναίκα. Όποια βρω. Χοντρή, κουτσή, άσχημη, με εφτά βαθμούς μυωπία, δε με νοιάζει. Θα μου κάνεις εγγόνι θες δε θες! Αμαν πια με έχεις γεράσει 20 χρόνια, δε σε αντέχω άλλο γκκκκκρρρρρρρρρ!!!!”

Ο Γ-41 αποφάσισε φυσικά να αποδείξει στην μάνα του πως όλο αυτό ήταν λάθος. Στην αρχή κοιμόταν πίσω από τις καλαμιές, και περνούσε ατελείωτες ώρες μετρώντας τα φύλλα από τα δέντρα. Αργότερα ανακάλυψε πως τα μωβ λουλούδια είχαν γεύση μπριζόλας ενώ τα κίτρινα ήταν μια αηδία και μισή γιατί είχαν γεύση από μπάμιες.

“Σήμερα θα έρθει η μάνα μου με κάποια απελπισμένη. Θα δει πως έχω καταντήσει αδύνατος, βρώμικος και αξύριστος. Θα δει πως δεν έχω κάνει τίποτα από όλα αυτά που περιμένει, θα δει πως όλη η παρανοϊκή ιδέα της είναι ένα λάθος και θα με αφήσει να γυρίσω πίσω..” σκέφτηκε και χαμογέλασε. Το “γκρρ” του παραδόξως είχε ελαττωθεί αισθητά.

Και όντως. Έτσι έγιναν τα πράγματα. Η Γ-40 κατέφθασε με μια κοκκινομάλλα κοπέλα. Πρώην μοντέλο νυν νευρική και με ανορεξία. Ήταν τόσο αδύνατη που στον δρόμο οι οδηγοί την μπέρδευαν με το φανάρι και σταματούσαν. Η Αστυνομία της είχε απαγορεύσει την έξοδο από το σπίτι της, λόγω των κυκλοφοριακών προβλημάτων που προκαλούσε.

“Εγώ με αυτόν τον… τον… τον κοντό?! ΑΠΟΚΛΕΙΕΤΑΙ! Μα με ποια με περάσατε κυρία μου?! Πρώην μοντέλο είμαι, έχω κάποιο κύρος εγώ. Μου είπατε πως έχει ένα προβληματάκι, αλλά δεν θα φανταζόμουν ποτέ κάτι τέτοιο! Αυτό είναι.. απαίσιο! είναι άθλιο! Είναι.. είναι… ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΟ!”

Το “απαράδεκτο” ο Γ-41 το άκουσε από 40 μέτρα μακριά αφού η μάνα του με το χτικιό ήδη έφευγαν.

Έμεινε εκεί, πίσω από τις καλαμιές, δίπλα στην λιμνούλα, μόνος μαζί με ένα καινούριο μπλουζάκι των Sixtiri…

Κοίταξε γύρω του. Προσπάθησε να ακούσει. Τίποτα. Κανείς. Έφυγαν. Απίστευτο. Δεν πρόλαβε να πει τίποτα. Δεν πρόλαβε να αντιδράσει. Δεν πρόλαβε να γίνει τίποτα από αυτά που περίμενε να γίνουν..

Κάπου εδώ είναι το σημείο που ο ήρωας μας, ξεσπάει σε λυγμούς.

Τρανταχτοί λυγμοί και αναφιλητά έβγαιναν μέσα απο το λαρύγγι του, την ψυχή του, την καρδιά του, το μυαλό του και την μύτη του. Κόντευε να πνιγεί. Το δάκρυα του έβρεχαν την ήδη βρώμικη μπλούζα του, οι μύξες του έκαναν πάρτι πάνω στο πρόσωπο του και ο ιδρώτας έσταζε από το μέτωπό του. Ανακατεμένα σωματικά υγρά, που στην συγκεκριμένη περίπτωση δεν ήταν καθόλου μα καθόλου αφροδισιακά.

Κοίταζε ψηλά, λες και κάποιος οικείος βρισκόταν πάνω από τα φυλλώματα των δέντρων.

Έκανε ερωτήσεις και περίμενε να ακούσει από κάπου ή από κάποιον τις απαντήσεις. Όπως κάνουν όλοι όταν νιώθουν κάπως έτσι. Αλλά οι απαντήσεις ούτε στον Γ-41 δεν ήρθαν, όπως δεν έρχονται ποτέ και σε κανέναν.

Αυτοί που κάνουν ερωτήσεις χωρίς να έρχονται οι απαντήσεις και κοιτάνε ψηλά λέγονται πιστοί και θρήσκοι. Όσοι κοιτάνε ψηλά κάνοντας ερωτήσεις και όντως ακούν τις απαντήσεις λέγονται τρελοί. Λεπτές οι ισορροπίες.

“Γιατί?”, “Γιατί να το περνάω όλο αυτό?”, “Είχα και εγώ όνειρα σα παιδί. Που είναι αυτά?”, “Τι έχω φταίξει?”, “Τα κίτρινα λουλούδια δεν είναι μπριζόλ….

Και για άλλη μια φορά η σκέψη του Γ-41 δεν πρόκειται να ολοκληρωθεί. Η στιγμή του ξεσπάσματος και των ερωτήσεων θα διακοπεί απότομα, και θα ακολουθήσει μια άλλη στιγμή. Ίσως πιο σημαντική απο οποιαδήποτε άλλη στιγμή της ζωής του. Άλλος ένας δυνατός και ηχηρός ήχος όσο εκείνο το “ΜΠΑΜ” του τροχαίου θα ακουστεί. Άλλος ένας ήχος που θα αλλάξει ξανά και καθοριστικά την ζωή του.

“ΣΛΑΠ” Χαστούκι, αστεράκια που αναβοσβήνουν γύρω από το κεφάλι του, μελαχρινή γκόμενα κάθεται σε διπλανό βράχο, απορία, έκπληξη, εκνευρισμένη τσιριχτή φωνή που τρυπάει τα αυτιά.

“Γιατί σου συμβαίνουν όλα αυτά? Γιατί είσαι μαλάκας! Μου αρέσει που απορείς κιόλας!”

“Τι λές? ποια είσαι εσύ? με πιο δικαίωμα? Που βρέθηκες εδ…”

ΣΛΑΠ

“Θα σε βαράω μέχρι να έρθεις στα λογικά σου. Το ήξερα τόσο καιρό πως είσαι μαλάκας αλλά δεν περίμενα πια πως θα είσαι και τόοοοσο μαλάκας!”

“Τι ΛΕΣ?”

“Λέω πως είσαι σε αυτό το μέρος ένα μήνα τι έχεις καταλάβει? Ποιό είναι το συμπέρασμα σου?” είπε η κοπέλα με αυστηρό βλέμμα καθηγήτριας γαλλικών ενώ άλλαξε πόδι στο σταυροπόδι.

“Οτι εδώ είναι σκατά. Αυτό είναι το συμπέρασμά μου.”

“Μάαααααλιστα. Δηλαδή το ότι αυτό το “γκρ” σου που σου σταμάτησε δεν το έχεις παρατηρήσει. Το ότι έχεις ηρεμήσει δεν έχει σημασία. Το ότι τώρα που κόντυνες είδες για πρώτη φορά στη ζωή σου τα λουλουδάκια χαμομηλιού, τις φωλιές απο τα μυρμήγκια, τις αραχνούλες πάνω στους βράχους, δεν έχει καμία σημασία ε? Το οτι για πρώτη φορά παρατήρησες τα φύλλα των γαμημένων δέντρων που είναι πάνω απο κεφάλι σου απο την πρώτη στιγμή που γεννήθηκες, τα πολλά και διαφορετικά λουλούδια που στην “άλλη” σου ζωή τα πατούσες αδιάφορα κάθε μέρα, τις γεύσεις απο τα λουλούδια, απο τον αέρα, απο το νερό της λίμνης, όλα αυτά δηλάδή δεν εχουν καμία σημασία για εσένα? Στην τελική το ότι αυτή η μίζερη, η άθλια, η γελοία ζωή που είχες, έχει αλλάξει προς το πολύ καλύτερο δεν σημαίνει κάτι για εσένα? Η μόνη ζωή που αξίζει κατά την γνώμη σου έιναι αυτή που μπορείς να ζήσεις μόνο όταν είσαι πέντε μέτρα ψηλός και πίσω από έναν υπολογιστή?!”

“…ε?”

“…”

“Ποια είσαι εσύ, γιατί είσαι έτσι, και που τα ξέρεις όλα αυτά?Θεέ μου, είσαι νεράιδα? είσαι ξωτικό του δάσους?”

“Εκτός απο μαλάκας είσαι και ηλίθιος. Δεν υπάρχουν ούτε ξωτικά ούτε νεράιδες. Όλο ερωτήσεις είσαι. Η περιέργειά σου δεν σε αφήνει να δεις την αλήθεια για εσένα, αλλά επιμένει να σε κάνει να με ρωτάς ποια είμαι. Πολύ καλά λοιπόν. Είμαι…”

Η κοπέλα αυτή σίγουρα ήταν περίεργη, όμορφη, έξυπνη, και με πολύ δυνατό αριστερό χέρι.Αουτς.

Φορούσε μια κοντή φούστα από πλεγμένες μοβ παπαρούνες και μια μπλούζα από φύλλα μπανανιάς και μαργαρίτες. Τα μαλλιά της ήταν πολύ μακριά και πάνω τους ήταν μπλεγμένα δεκάδες λουλουδάκια που έμοιαζαν με μικροσκοπικές καμπανούλες.Τα χείλη της ήταν κατακόκκινα λες και τα είχε τρίψει με ροδοπέταλα και το άρωμά της ήταν τόσο έντονο και μεθυστικό σαν να είχε πέσει σε μια μπανιέρα με υακίνθους.

Φυσικά και ο φίλος μας είναι ηλίθιος. Δεν υπάρχουν ούτε νεράιδες, ούτε ξωτικά, ούτε φύλακες άγγελοι.

Η κοπέλα αυτή δεν ήταν από την πόλη Γκουκουρού. Ένα καλοκαίρι πριν δέκα χρόνια, ίσως όμως περισσότερο, ίσως και λιγότερο, δεν μπορώ να σας το πω με ακρίβεια αυτό, είχε ξεκινήσει μαζί με τους γονείς της για διακοπές από μια άλλη πόλη. Πολύ πιο μακριά απο την Γκουκουρού. Το αεροπλάνο που τους πήγαινε στην ονειρεμένη χώρα των διακοπών τους έπεσε και η ιστορία της μοιάζει πολύ με αυτή του Ταρζάν.

Περιπλανήθηκε πολύ μέχρι να βρει ένα μέρος για να μείνει. Ίσως και να είναι ο μοναδικός ξένος άνθρωπος που έφτασε μέχρι την πόλη Γκουκουρού. Ίσως κανείς άλλος πρωτύτερα να μην είχε για εφόδια την παιδική περιέργεια, την παιδική αφέλεια και την παιδική εμμονή για εξερεύνηση του ανεξερεύνητου όπως τα είχε αυτή η κοπέλα.

Όταν έφτασε στην Γκουκουρού και τους είδε όλους έτσι όπως ήταν, φοβήθηκε. Δεν ήθελε να μείνει εκεί. Τα βράδια που ήταν πιο σκοτεινά και απο το σκοτεινό του μαύρου σκοταδιού, πήγαινε στην πόλη και έκλεβε τρόφιμα, ρούχα και βιβλία.

Με τον καιρό, όταν ανακάλυψε την περιοχή Επίπι, σταμάτησε να το κάνει και αυτό. Τα τρόφιμα αυτής της περιοχής ήταν πιο νόστιμα και απο μέχρι πρώτινος αγαπημένα της χάμπουργκερ MacSkroytz. Τα ρούχα των Γκουκουρού της έπεφταν πολύ μεγάλα, και αφού την τελευταία φορά έκλεψε το ipod ενός διανοούμενου, δεν της χρειαζόταν καν τα βιβλία.

Που και που όμως της άρεσε να πηγαίνει στην Πόλη Γκουκουρού, να σκαρφαλώνει πάνω στα δέντρα και απλά να παρατηρεί τους πολίτες. Τους λυπόταν, της έκαναν εντύπωση, την εκνεύριζαν.. όλα αυτά και ακόμα περισσότερα. Της άρεσε κυρίως που αυτοί οι άνθρωποι της δημιουργούσαν ένα σωρό συναισθήματα. Αλλά κυρίως της άρεσε, που χωρίς να το ξέρουν της έκαναν παρέα.

Εδώ και δύο χρόνια αυτός ο άνθρωπος που της είχε κάνει εντύπωση και που της αρεσε να τον παρατηρεί, δεν ήταν άλλος απο τον Γ-41. Την προβλημάτιζε το μελαγχολικό του βλέμμα, την γοήτευε το βαρύ περπάτημά του, την έκανε να αγανακτεί η βλακεία του.

Όταν είδε το τρακάρισμα φοβήθηκε και ανησύχησε. Παρακολουθούσε τις εξελίξεις απο ένα κλαδί δίπλα απο το παράθυρο του δωματίου του Γ-41 στο νοσοκομείο.Όταν δε, είδε την Γ-40 να φέρνει τον Γ-41 στην Επίπι, η χαρά της ήταν απερίγραπτη.

Αποφάσισε μετά απο πολύ σκέψη να μην του φανερώθεί, όχι επειδή φοβόταν μήπως κείνος μαρτυρήσει την ύπαρξή της σε κάποιον άλλον, αλλά απλά γιατί πίστευε πως θα ήταν καλύτερα για εκείνον να μείνει μόνος του σε αυτό το υπέροχο μέρος. Μέχρι σήμερα. Σήμερα συνειδητοποίησε πως ο Γ-41 δεν έχει καταλάβει τίποτα απο αυτά που έπρεπε να καταλάβει για την Επίπι. Ίσως αν διπλοσκεφτόταν την εμφάνισή της, να μην την έκανε ποτέ. Όμως είχε αγανακτήσει. Δεν μπορούσε να τον βλέπει έτσι.

“Αυτή είμαι. Σου λύθηκαν οι απορίες?”

“Μα… γιατί δεν ήρθες να μείνεις στην Γκουκουρου? Ποιος θα το καταλάβαινε ότι είσαι ξένη? Έπειτα λες πως τους άλλους τους φοβήθηκες. Εμένα δεν με φοβάσαι?..”

Η κοπέλα σηκώθηκε από το καθόλου αναπαυτικό κάθισμά της. Με τα βίας το ύψος της έφθανε το ένα κι εβδομήντα πέντε. O Γ-41 γούρλωσε τα μάτια και την κοίταξε με ανοιχτό το στόμα…

“Ορίστε γι’αυτό δεν φανερώθηκα ποτέ σε κανέναν. Σου είπα, είμαι ξένη. Εκτός από την Γκουκουρού και τους μπασκετμπολίστες όλοι οι υπόλοιποι άνθρωποι αυτού του πλανήτη έχουν ύψος όπως το δικό μου… Πως, πως θα φανερωνόμουν ξαφνικά μπροστά σε εσάς? θα με διώχνατε, θα με σκοτώνατε από τον θυμό σας. Σας ξέρω. Το μόνο πράγμα που αγαπάτε είναι τα δέντρα σας και τα φυτά σας, και αυτά γιατί νομίζετε ότι είναι άψυχα. Με οτιδήποτε άλλο θυμώνετε και τσακώνεστε.”

“Δεν έχεις άδικο τώρα που το σκεφτ…”

“Εσύ όμως έχεις αλλάξει! Κατάλαβέ το! Έχεις αλλάξει! Δεν είσαι πλέον σαν αυτούς! Αν δεν υπήρχε αυτό το γκρρρρρρρρ στην Γκουκουρού, θα ήσασταν οι πιο υπέροχη φυλή του πλανήτη! Το ατύχημά και η Επίπι σε έκαναν να αποβάλλεις όλα τα ελλατώματα που έχουν οι συμπολίτες σου!”

“Δεν ξέρω τι να πω.. Αφού μου λες πως όλος ο υπόλοιπος κόσμος μοιάζει με εμάς, γιατί δεν φεύγουμε? γιατί δεν πάμε κάπου αλλού? Θα έχουμε παρέα ο ένας τον άλλον και δεν θα πούμε ποτέ και σε κανέναν για την Γκουκουρού, την Επίπι, το ατύχημα…”

“Γιατί εδώ είναι ο παράδεισος μωρό μου.” Είπε η κοπέλα και έστριψε ένα τρίφυλλο τόσο καλό ίσως και περισσότερο απο το μυλοποταμίτικο.

“Αυτό θα σε ηρεμήσει. Θα σε κάνει να σκεφτείς βαθύτερα. Πρέπει.”

Ο Γ-41 άρχισε να καπνίζει. Ξάπλωσε κάτω και έκλεισε τα μάτια. Όλη του η ζωή περνούσε από μπροστά του σαν ταινία. Άσχημη ταινία. Κλαψομουνιάρικη κοινωνική.

Οι μέρες περνούσαν. Κάπνιζαν, έτρωγαν, συζητούσαν, γελούσαν, έλεγαν ιστορίες, κοιτάζονταν και μετρούσαν τα φύλλα των δέντρων, ώσπου ήρθε η μια ημέρα.

Η ημέρα εκείνη όπου η Γ-40 θα ερχόταν με την δήθεν μάνα του εγγονού της.

“..Σήμερα έρχεται…”

“..Ναι. Το ξέρω… εγώ θα πρέπει να φύγω. Δεν πρέπει η μητέρα σου να με δει εδώ..”

“ΟΧΙ.”, “Ξέρεις, έμαθα πολλά τον τελευταίο μήνα. Έμαθα τα ονόματα των λουλουδιών,των ζουζουνιών, των δέντρων. Έμαθα πως μοιάζουν οι φωλιές των μυρμηγκιών, πως μοιάζουν οι άλλοι άνθρωποι και πως μοιάζει η λάμψη της χαράς μέσα στα μάτια ενός άλλου ανθρώπου. Κυρίως έμαθα πως είναι να νοιάζεσαι για κάποιον, να ζεις μαζί του. Να ξυπνάς κι να μην είσαι μόνος, να μην θυμώνεις αλλά να χαίρεσαι με τα λόγια του άλλου. Ο κόσμος από χαμηλά είναι πιο όμορφος. Είναι προτιμότερο να είσαι κοντός και να έχεις όλα αυτά μπροστά σου παρά να είσαι πέντε μέτρα και να μένεις με τον εαυτό σου.Είχες δίκιο τότε, την πρώτη ημέρα που σε γνώρισα. Μαλάκας και ηλίθιος ήμουν. Ίσως και να είμαι ακόμα. Όμως όλη μου η ζωή κυριευόταν από μοναξιά. Πρώτη φορά δεν είμαι μόνος. Πρώτη φορά δεν θέλω να είμαι μόνος. Αυτό το μέρος.. εσύ.. με άλλαξατε. Μου αρέσει. Δε θέλω να φύγω, ή μάλλον θέλω να φύγουμε. Θέλω να πάμε να κρυφτούμε πιο βαθιά μέσα στην Επίπι. Εκεί που δεν θα μπορέσει ποτέ και κανείς ποτέ να μας βρεί.Να Ξεχάσουμε τα πάντα και το μόνο που θα μας θυμίζει την Γκουκουρού να είναι το όνομά μου. Θέλω να φτιάξουμε ένα δικό μας κόσμο. Παραμυθένιο. Αληθινό. Με αγάπη. Αγάπη. Δεν είμαι μαστουρωμένος. Τα εννοώ αυτά. Μην πεις πάλι..”

Η κοπέλα σήκωσε απειλητικά το χέρι της σαν να ετοιμαζόταν να τον χαστουκίσει. Αλλά δεν τον χαστούκισε. Έπιασε το πρόσωπό του και τον φίλησε.

Οι δυό τους πιάστηκαν χέρι χέρι και έφυγαν. Σκαρφάλωναν στα δέντρα, έκοβαν θάμνους και περπατούσαν επι μέρες ολόκληρες. Ήταν χαρούμενοι και κουρασμένοι. Ήταν το όνειρο. Ζούσαν σαν σε όνειρο. Ζούσαν αυτό που ο καθένας ονειρεύεται για ζωή και ας μην το ξέρει.

Η Γ-40 έπειτα από 8 μήνες απουσίας του γιου της υπέθεσε πως εκείνος είναι νεκρός.

“Πέθανε ο ανεπρόκοπος! Γκρρ” είπε

Έκανε μια μεγαλοπρεπή κηδεία, και ξαναπαντρεύτηκε. Υπολόγισε πως στα 97 της και αν παντέψει το παιδί που θα κάνει στα 12 του, ίσως να έχει ένα εγγόνι!

Οι ήρωές μας?

Λέγεται πως έκαναν πολλά παιδιά,μια μεγάλη ευτυχισμένη οικογένεια και πως πέθαναν πολύ γερασμένοι, πολύ αγαπημένοι και πολύ μα πολύ μαστουρωμένοι. Όπως ο Μπομπ Μάρλει.

Γιατί πέθαναν? Μα φυσικά γιατί σε αυτό το παραμύθι οι ήρωες πρέπει να πεθάνουν έτσι ώστε εμείς χωρίς αμφιβολία να ζήσουμε καλύτερα από αυτούς.

The End

 

Ευχαριστώ πολύ όλους όσους μου έδωσαν ιδέες για αυτή την ιστορία χωρίς οι ίδιοι να το ξέρουν. Τον Γιώργο, τα μάτια μου, την Νατάσσα, την Μαρία και τον Άρη που σιχαίνεται τις μπάμιες.

Αφιερωμένο στον Γιώργο, που ήθελε να γράψω κάτι γι’αυτόν..

Ουφ. Επιτέλους. Ανακούφιση. Ήρθε ή ώρα να ξεκουράσω το μυαλό μου, έχω καταναλώσει το 60% της φαιάς ουσίας μου! Περιμένω τα σχόλια σας…

11 Responses

  1. Konstandinos83 Says:

    Με όλο το θάρρος και την εκτίμηση (…που δημιουργήθηκε από όλα τα αρθράκια που βγάζει το πανούργο μυαλό σου!!!)…ομολογώ πως το παραπάνω δεν μου άρεσε καθόλου! Θα μου πεις και γιατί μας το λες; Μάλλον γιατί αισθάνομαι πως είσαι άνθρωπος που γουστάρεις να ακούς και την αντίθετη άποψη… Πολλά είπα… Αντε τις καλύτερες ευχές για την καινούργια εβδομάδα!!!

  2. Astral Says:

    Απίστευτη ιστορία! Εύγε! Έχεις ταλέντο! :) :) :)

    ΥΓ Ξέχασες τον πέμπτο νόμο του Αστραλ: Απαγορεύονται τα Greeklish!

  3. Γεωργία Says:

    Κωνσταντίνε, φυσικά και “δέχομαι” και αρνητικά σχόλια! Απλά σίγουρα θα ήταν πιο ωφέλιμο και πιο χρήσιμο αν μου έλεγε ΓΙΑΤΙ ή ΤΙ δεν σου άρεσε… Αυτές οι κριτικές είναι πιο χρήσιμες απο τις άλλες, αν γίνονται σωστά :)

    Αστραλ, αχαχαχα! Νόμιζα πως θα μου έλεγες πως ξέχασα κάποιο πρόσωπο, Ξέρεις, αυτόν που θα τον έκανα ή πολύ βλάκα, ή πολύ ενοχλητικό ή πολύ ξερόλα, κάτι τέτοιο :P Θενκ Γιου! :D

  4. Radio Marconi Says:

    Διαβάζω πολύ Επιστημονική και Ηρωϊκή Φαντασία και πρέπει να πω ότι

    ΜΕ ΕΝΘΟΥΣΙΑΣΕ!!!

    Ήταν ολοκληρωμένο, με ήρωες που κινούνται στο δικό τους κόσμο και ζουν με τους δικούς του κανόνες.

    Σίγουρα, όσες φορές και να το διαβάσεις όλο και κάτι θα αλλάξεις, αλλά δεν θα το εκδόσεις κιόλας( μήπως?)

    Μια διόρθωση στο τέλος στη λέξη παντέψει αντί παντρέψει.

    Καλό μεσημέρι!!!!!

  5. Nikos Says:

    poli poli omorfo…xm…den tha paravw ton 5o agrafo nomo tou Astral gia ta greeklish…

    πολύ πολύ όμορφο λοιπόν…

  6. Γιώργος (Μπέμπης) Says:

    Καιρό έχω αλλά μου είπες να το διαβάσω… Τις καλησπέρες μου λοιπόν… Εμ… Το διάβασα τώρα… Φοβερό… Όπως πάντα… Απλά θίγεις ακριβώς όπως είναι πράγματα τόσο δύσκολα… Μοναξιά, υπεροψία… Τόσα πολλά… Σε νιώθω πάντως… Keep writing…

  7. x-ray Says:

    Είναι αλήθεια ότι γκρινίαζουμε γι’αυτα που δεν έχουμε, μέχρι που ξεχνάμε να δούμε αυτά που είναι μπροστά από τη μύτη μας. Λοιπόν λέω να βάλω ξυλοπόδαρα και να πάω να χαστουκίσω αυτούς τους γκουκουρουπολοίτες!

  8. Γεωργία Says:

    Κατ’αρχάς έχω εντυπωσιαστεί! Δεν περίμενα να έχουν τόσοι την υπομονή, το θάρρος και το κουράγιο
    να το διαβάσουν ολόκληρο! Με κάνετε πολύ χαρούμενη!
    Τώρα…

    @Radio Marconi
    Ευχαριστώ πολύ! Σαμάτησα να το διαβάζω γι’αυτόν το λόγο.. Το θέμα δεν είναι πως αλλάζω μόνο μικρολεπτομέρεις, αλλά το πως προσθέτω ολόκληρες καινούριες παραγράφους.. Αν δεν το έκανα αυτό, θα το είχα τελειώσει εδώ και μια εβδομάδα!Τελειομανία, μανία σκέτο, όπως θες πες το..

    Όχι κανείς και τίποτα δεν εκδίδεται εδώ μέσα!Απλά κάπου πρέπει να διοχετεύεται η έμπνευση..
    Και άλλες διορθώσεις θέλει, απλά δεν έχω το κουράγιο να πατήσω το edit.. ευχαριστώ και πάλι!

    @Νίκος
    Αυτός ο Αστραλ συν τοις άλλοις ήταν και πολύ κολλημένος άνθρωπος με τους κανόνες του! χαχα
    Θενκ γιου!

    @Γιώργος
    Εχμ, ήταν η πρώτη φορά ίσως που μέσα σε ένα κείμενο δεν υπήρχαν αυτοβιογραφικά μου στοιχεία..
    Αλλά σίγουρα, έτσι είναι τα πράγματα.. Δύσκολα.
    Ευχαριστώ :)

    @X-ray
    Θα με πάρεις μαζί σου?!

  9. Γκουκουρού Says:

    Ομολογώ πως δεν περίμενα η πολύπλευρη, πολυτάλαντη, πολυσύνθετη, πολυαγαπημένη, πολυάσχολη, πολυμήχανη, πολυσχιδής, πολυδύναμη, πολυακόρεστη, πολυβασανισμένη, πολυδάπανη, πολυδιαφιμησμένη, πολυγαμική, πολύγωνη, πολύχρωμη, πολυαγαπημένη και πολυμαλακισμένη προσωπικότητά μου, είχε τη δύναμη να προκαλέσει τέτοιο συγγραφικό παραλήρημα.

    Αυτά… γκρ

    Astrakalathon ksereis pou tous exoume grammenous tous kanones sou.. gkr

  10. Γεωργία Says:

    Αχαχαχα

    Σε μερικά απο αυτά δεν συμφωνώ σε άλλα τα προσυπογράφω κιόλας!

    Το ανησυχητικό είναι άλλο.
    Το ότι σου΄μεινε το “γκρ”

    Σε κατέστρεψα!!!!

  11. Dark Whispers » Blog Archive » Καλό Μήνα Νο15 Says:

    [...] μας -και το πιο συμμαζεμένο- σπίτι, και την ιστορία του Γκουκουρού, που -ειλικρινά- επειδή την είχα τόσο καιρό στο μυαλό [...]

Leave a Comment

Please note: Comment moderation is enabled and may delay your comment. There is no need to resubmit your comment.