
Φαντάζομαι πως κάθομαι σε εκείνη την καρέκλα όπου καθόσουν κι εσύ. Μπροστά απο το τραπέζι, ακριβώς απέναντι στην τηλεόραση.
Η τηλεόραση παίζει Λάμψη και η τράπουλα δίπλα περιμένει για να παίξεις πασιέντζα.
Ο χώρος είναι κρύος γιατί πάντα ήταν έτσι. Σηκώνω το τραπεζομάντηλο και βρίσκω την φωτογραφία μου. Μου είχες πει πως την κοίταζες κάθε μέρα. Χαμογελώ.
Γύρω μου είναι αυτοί που αγαπάς. Εκείνος σε περίοπτη θέση.όταν ήταν εικοσιπέντε. Μου είχες πει πως τα φτιάξατε επειδή σου έδωσε ένα πορτοκάλι. Ακόμα προσπαθώ να καταλάβω τι εννοούσες. Σε είχα ρωτήσει και τότε, αλλά μου είχες πει πως ήμουν πολύ μικρή για να καταλάβω.Φαίνεται πως ακόμα δεν μεγάλωσα.
Το βλέμμα μου κολλάει παντού. Στις φωτογραφίες των γιων σου και την δικά μου. Όλοι πολλοί νέοι, εγώ μωρό. Στα κάδρα, στην ξυλόσομπα, στην δεξιά γωνία του δωματίου όπου συνηθίζαμε να βάζουμε το Χριστουγεννιάτικο δέντρο. Πάντα ήταν τόσο ψηλό που η κορφή του έφτανε στο ταβάνι.
Βγαίνω έξω και μοιάζει αυτό να είναι το σπίτι που μεγάλωσα. Πάντα το ένιωθα οικείο. Θυμάμαι που στο πέτρινο τραπέζι τρώγαμε το καλοκαίρι, θυμάμαι που στις πέτρινες παλιές γούρνες έπλενε ο θείος μου τα ψαροτούφεκα, που στον ξυλόφουρνο έψηνες τα καλιτσούνια το πάσχα και γέμιζες όλη την αυλή με τεράστια ταψιά.
Θυμάμαι που στην γιορτή του Αϊ Γιάννη πηγαίναμε στο εκκλησάκι στην ρεματιά “στο φαράγγι μας”. Μου έδειχνες τον τάφο του προπρο-πάππου μου και τις νυχτερίδες μέσα στην σπηλιά. Μετά πηγαίναμε σπίτι και μαγείρευες ρεβύθια.
Πιο πολύ απ’όλα όμως θυμάμαι τα τρία φιλιά στο μάγουλο. Πάντα με φιλούσες δίνοντάς μου τρία συνεχόμενα φιλιά στο μάγουλο. Ακόμα ακούω τον ήχο και ακόμα σε νιώθω.Εσύ ποτέ δεν με άφηνες να σε φιλήσω. Μου έδινες να φιλήσω τα χέρια σου.
Αυτό το σπίτι, εσύ.. Άρρηκτα δεμμένοι με τα παιδικά μου χρόνια και τώρα δεν ξέρω τι μου φαίνεται πιο περίεργο. Το οτι μεγάλωσα, το ότι δεν θα σε ξαναδώ ή το ότι δεν θα ξαναμπώ μέσα σε εκείνο το σπίτι.
Δύο παιδιά, τέσσερα εγγόνια και 87 χρόνια στην πλάτη. Καλά τα κατάφερες! μακάρι να τα καταφέρω και εγώ έτσι.
Δεν λυπάμαι που έφυγες. Ήταν εύκολο για σένα. Ήταν η ώρα. Ήταν η κατάληξη της… ζωής.
Ένα πράγμα δεν μπορώ να καταλάβω. Ένα πράγμα μόνο μου έχει καρφωθεί στο μυαλό.
Γιατί αυτά τα δάκρυα στο τέλος ρε γιαγιά? Γιατί?

