.
.
..
.
.
Πέρυσι τέτοιο καιρό έγραφα κάτι τέτοιο…. Για σένα..
Αν ξαναέγραφα κάτι αυτές τις ημέρες, θα ήταν ακριβώς τo ίδιο…
(Χρόνια πολλά)
.
.
..
.
.
Πέρυσι τέτοιο καιρό έγραφα κάτι τέτοιο…. Για σένα..
Αν ξαναέγραφα κάτι αυτές τις ημέρες, θα ήταν ακριβώς τo ίδιο…
(Χρόνια πολλά)
Χτύπησαν για τρίτη φορά εκείνο το βράδυ όλα τα θυροτηλέφωνα. Μετά απο κάμποσα “ποιός?” είπε εκείνος ένα “αουτμνουπφ” και η πόρτα άνοιξε.
Καμία πόρτα δεν τους αντιστάθηκε ποτέ.
Μια ιδιότητα που όλοι οι “κλειδωμένοι απέξω από τα σπίτια τους” θα την ζήλευαν.
Ασανσερ.
Όροφος.. όροφος.. Τελευταίος φυσικά.
Βγήκαν απο το ανσανσέρ και ανέβηκαν σχεδόν πετώντας τα σκαλιά. Άνοιξαν την πόρτα του κλιμακοστασίου..
Οι κόρες τους ήταν διεσταλμένες, το μυαλό τους ήταν ήδη “αλλού”.
Επιτέλους, Ταράτσα!
_____________________________________
Με το που μύριζε καλοκαίρι, αυτή ήταν η συνήθειά τους. Κάθε απόγευμα, γύρω στις επτά, χτυπούσαν τα θυροτηλέφωνα των πολυκατοικιών. Έμπαιναν στο ασανσέρ και έφταναν στις ταράτσες. Ταράτσες, το στέκι τους. Καθόταν εκεί σχεδόν όλο το βράδυ. Μερικές φορές μάλιστα, ειδικά εκείνα τα αποπνικτικά αυγουστιάτικα βράδια, τους έπαιρνε εκεί ο ύπνος. Άλλες φορές δεν έμεναν μόνο σε μία ταράτσα. Έξι ταράτσες σε μια μέρα ήταν το ρεκόρ τους.
“Πόσο ηλίθιοι είναι οι άνθρωποι” έλεγε εκείνη.
“Έχουν τον παράδεισο τόσο κοντά τους και δεν το γνωρίζουν καν. Τον γεμίζουν με κεραίες, ντεπόζιτα, σαβούρα, σοβρακοφανέλες και σκουπίδια.”
“Ευτυχώς” Έλεγε με ενθουσιασμό εκείνος.
“Άφησαν και ένα μέρος στην τύχη του. Αν όλοι γνώριζαν για αυτό που βρίσκεται ακριβώς πάνω από τα κεφάλια τους, για την μαγεία της ταράτσας εμείς δεν θα είχαμε να πάμε πουθενά. Εμείς θα ήμασταν σαν όλους αυτούς. Ξέρεις, τους μίζερους!”
_____________________________________
Εκείνο το βράδυ το φεγγάρι ήταν ιδανικό. Σαν μια φέτα από καρπούζι. Είχε αεράκι, είχαν ανέβει στην πιο ψηλή πολυκατοικία της γειτονιάς εκείνης και είχε αρκετά παράθυρα ορθάνοιχτα τριγύρω.
Εκείνο το απόγευμα ήταν ιδανικό.
Ξάπλωσαν στην άκρη της ταράτσας και αφέθηκαν.
Στην αρχή, γεύτηκαν το θρόισμα των φύλλων, άκουσαν τις μυρωδιές των νοικοκυριών, είδαν τα κορναρίσματα των αυτοκινήτων, μύρισαν την βιασύνη των περαστικών και ένιωσαν το τσιμεντένιο γκρι.
Ο οργασμός των αισθήσεών τους. Όπως κάθε φορά άλλωστε.
Στην συνέχεια άρχισαν να παρατηρούν.
Να παρατηρούν γύρω τους, να παρατηρούν τους απο κάτω τους.
Ένα τρίχρονο κοριτσάκι με τον μπαμπά του περπατούσαν χέρι χέρι. Η μικρή ρωτούσε. Η μια ερώτηση διαδέχοταν την άλλη.Ακατάπαυστα.Ήθελε να μάθει τα πάντα. Ήθελε να τα μάθει τώρα. Καμία απάντηση που της έδινε ο πατέρας της δεν της φαινόταν αρκετή.
“Καλωσόρισες στην αληθινή ζωή” μουρμούρισε εκείνος και ήπιε μια γερή γουλιά από την μπύρα του.
Ένας παπάς περπατούσε στον δρόμο και τα ράσα του ανέμιζαν από τον αέρα.Έμοιαζε σαν νυχτερίδα με μούσια.
Για το όνομα του θεού των καθαρών πελμάτων και της απολέπισης!
Ποιος άλλος γενειοφόρος θα ήθελε να μοιάζει με νυχτερίδα? ή ποια νυχτερίδα θα ήθελε να έχει μούσια?
_____________________________________
Άρχισαν να παρατηρούν τις γύρω πολυκατοικίες και να προσπαθούν να διακρίνουν τις ανθρώπινες φιγούρες μέσα από τα ανοιχτά παράθυρα.
Απέναντι, στον πρώτο όροφο μια νοικοκυρά κρατούσε στο ένα χέρι έναν τσελεμεντέ, και με το άλλο έκανε όπως φαίνεται, την πρώτη απόπειρά της να φτιάξει γεμιστά.
Δύο ορόφους πιο πάνω ένας νεαρός κρατούσε στοργικά τα βινύλιά του και χόρευε μόνος του μέσα στο δωμάτιό του.
Στο ρετιρέ, σε αυτόν τον κατά γενική ομολογία ευυπόληπτο όροφο, ένας τύπος πότιζε και μιλούσε στις όχι και τόσο νόμιμες γλάστρες του, ενώ στο διπλανό του διαμέρισμα, μια τύπισσα μάλλον θύμα της καθαριότητας και του λευκού του ντιξαν, έβγαινε κάθε τόσο στο μπαλκόνι της και άπλωνε κουβέρτες, κουρτίνες, σεντόνια, σουτιέν, παπούτσια και μαξιλάρια κατακόκκινα σε σχήμα καρδιάς.
Δυο πολυκατοικίες δεξιά, ένα ζευγαράκι έβλεπε ταινία και έτρωγε κινέζικο. Ενώ σε δύο ορόφους πιο κάτω, ένα άλλο ζευγάρι έβγαζε κραυγές πρωκτικού σεξ.
Στο διπλανό τους διαμέρισμα ένας γραφίστας σχεδίαζε με μανία με χρώματα και με ακατάστατες γραμμές, ενώ στο διαμέρισμα ακριβώς από πάνω του μια κοπέλα έγραφε με μανία στο λάπτοπ της και κάπνιζε το ένα τσιγάρο μετά το άλλο.
Κίνηση, μια συνεχείς, μια αδιάκοπη κίνηση. Άλλοι με την κίνησή τους σταματούσαν τον χρόνο, άλλοι τον επιτάχυναν, άλλοι τον άφηναν απλά να περνάει, άλλοι με τις κινήσεις τους άφηναν αυτόν τον χρόνο και ζούσαν -ή ακόμα και ονειρεύονταν- κάποιον άλλον.
Κάποιος άκουγε μουσική στο τέρμα. Vitamin C των Can και κουνούσε το κεφάλι του στο ρυθμό του μπάσου. Κάποια διάβαζε με τεράστια προσύλωση ένα χοντρό βιβλίο. Κάποιος έπαιζε Donkey Kong στο Nintendo. Κάποια στέγνωνε τα μαλλιά της.Κάποια άλλη κοίταζε τον ολόσωμο καθρέφτη της κρεβατοκάμαράς της, αναζητώντας και προσδοκώντας την αυτοπεποίθηση(Κάποτε κάποιος, δε θυμάμαι ποιος, είχε πει πως αυτοπεποίθηση είναι αυτό που σου συμβαίνει μέχρι να συνειδητοποιήσεις την πραγματική κατάσταση στην οποία βρίσκεσαι.) Κάποιοι αγκαλιάζονταν με τις ώρες. Κάποιοι έπαιζαν χαρτιά στο μπαλκόνι. Κάποιοι τσακώνονταν. Κάποιοι άλλοι έλεγαν λόγια σιροπιαστά και κόκκινα, ακατάλληλα ακόμα και για τα ίδια τους τα αυτιά.
“Και ύστερα ο άνθρωπος ανακάλυψε την τηλεόραση, τα μπαράκια, και τις τσόντες. Απορώ” Είπε εκείνη.
Ξάπλωσαν. Ένιωθαν τα σύννεφα να τους γαργαλούν την μύτη, τον αέρα να χαϊδεύει τα κορμιά τους, την βραδινή δροσιά να βρέχει τα χείλη τους, τα αστέρια να φωτίζουν τις σκέψεις τους.
_____________________________________
Κάθε φορά που ήταν σε κάποια ταράτσα, κρατούσαν μαζί τους και ένα κόκκινο σπρέι.
Κάθε φορά που έφευγαν από μία ταράτσα, άφηναν στην δυτική της γωνία και ένα μεγάλο κατακόκκινο ζωγραφιστό φεγγάρι.
Μπορεί οι ένοικοι των πολυκατοικιών να μην μάθαιναν ποτέ τι σήμαινε η ζωγραφιστή φέτα καρπουζιού που είχαν στην ταράτσα τους, αλλά οι διακοπάνθρωποι των ταρατσών δεν νοιαζόταν και πολύ γιαυτό.
Εκείνοι μόνο γνώριζαν πως σε εκείνη την ταράτσα είχαν ζήσει στιγμές που κανείς ένοικος σε καμία πολυκατοικία δεν μπορεί να ζήσει.
Εκείνοι μόνο γνώριζαν όλα εκείνα που μπορεί να σου προσφέρει μια ταράτσα.
Εκείνοι μόνο γνώριζαν πως έμοιαζαν οι πιο μαγευτικές -αλλά και οι πιο αληθινές- διακοπές που μπορεί να γευτεί κανείς.
Το κόκκινο φεγγάρι τους θα έμενε για πάντα εκεί να τους το θυμίζει.
Εξάλλου ποιος θα έμπαινε στον κόπο να σβήσει μια φέτα καρπουζιού σε φεγγαρένιο σχήμα από την ταράτσα του? –Εγώ σίγουρα όχι…
.
.
.
.
ή “Αγανάκτησμα”, όπως θέλει το Παίρνει κανείς.
Μέρος πρώτο. Οι Αθηναίοι.
Κεφάλαιο 1
Κάθε μέρα απο τις έξι μέχρι τις έξι και μισή ,βρίσκομαι στην μέση της εθνικής και περιμένω το λεωφορείο για να πάω σπιτάκι μου.
Κάθε μέρα, μα ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ τονίζω, σταματάει κάποιος με πινακίδα που πάντα αρχίζει απο Ζζζζ και με ρωτάει αν πηγαίνει καλά για Ρέθυμνο.
Βρε καλοί μου άνθρωποι…Για όνομα του Θεού των Πιτσινιών!
Ρέθυμνο δεξιά, Χανιά αριστερά.
Όοπως στον χάρτη.
Μια ευθεία είναι με πολλές πολλές ταμπέλες. Δεν έχει να πας, ούτε πιο κάτω ούτε πιο πάνω.
ΜΙΑ εθνική έχουμε επαε στην Κρήτη.
Κεφάλαιο 2
Έρχεται μια μέρα στην στάση αυτή ένας Αθηναίος.
Κλασσική προφορά, κλασσικό ντύσιμο, κλασσική συμπεριφορά.
Τι ώρα περνάει το λεωφορείο? , εξήμισι απαντάω. “Αααααα και θα κάθομαι εδώ στην ζέστη?! δε μπορώ!” πάει απέναντι στην σκιά.
Σε πέντε λεπτά ξαναέρχεται. Ξαναρωτάει. Ξαναπαντάω.
Περνάει ένα που γράφει “Θεσσαλονίκη”. Με κοιτάζει, “Δεν είναι το δικό μας ε?” .. Θεσσαλονίκη πας? του λέω αγανακτισμένη.
Περνάει άλλο που γράφει Χανιά, και μας προσπερνάει. “Τι θα κάνουμε τώρα? Το χάσαμε το ΧΑΣΑΜΕ!”
Όχι, άλλα δύο θα περάσουν λέωω με εντελώς αγανακτισμένο τσατισμένο και απελπισμένο ύφος.
“Λες ε?”
“ΔΕ ΛΕΩ, ΑΛΛΑ ΔΥΟ ΘΑ ΠΕΡΑΣΟΥΝ”.
Δεν μου ξαναμίλησε. Μπαίνουμε στο λεωφορείο. Κόβει εισιτήριο για Σούδα. Φτάνουμε Σούδα, φωνάζει ο εισπράκτορας “ΣΟΟΟΟΥΥΥΔΑΑΑΑΑΑΑ” καμία κίνηση ο τυπάς. Πάει ο εισπράκτορας και του λέει να κατέβει. “Εεεε όχι, χανιά θα πάω τελικά..” Σε κάθε στάση σταματούσε το λεωφορείο μέχρι τα χανιά.
Στο τέλος αποφάσισε να κατέβει στο τέρμα της διαδρομής, στο κτελ.
Ευτυχώς εγώ κατέβηκα πιο νωρίς.
Καλά βρε άνθρωποι, έλεος. Οι συγκοινωνίες μας εδώ είναι επιεικώς άθλιες. Δεν διαφωνώ σε αυτό, αλλά δεν είναι ανάγκη να κάνετε έτσι! Και εμείς ταξιδεύουμε αλλά μια άκρη την βγάζουμε, χωρίς να καθυστερούμε ένα ολόκληρο λεωφορείο για ένα μισάωρο.
Και εμείς πάμε διακοπές (ενίοτε) αλλά δεν πρήζουμε τους άλλους που γυρνάνε κουρασμένοι απο την δουλειά τους… Έλεος.
Κεφάλαιο 3.
Οι Αθηναίοι οδηγούν.
Τεράστιο κεφάλαιο.
Μες στην κίνηση κορνάρουν φωνάζουν βρίζουν. Συνήθειες που δεν κόβονται.
Όταν δεν έχει κίνηση .. το χάος.
Αυτοκίνητα να πηγαίνουν ανάποδα τους μονόδρομους, αυτοκίνητα παρκαρισμένα όπου να’ναι, αυτοκίνητα να πηγαίνουν με 140 ή με 40 σκέτο στην εθνική.
το ίδιο ισχύει ΚΑΙ για τους τουρίστες)
Κεφάλαιο 4
Οι Αθηναίοι στο χωρίο.
Ύφος– εμείς είμαστε πάρα πολύ σημαντικά πρόσωπα και είμαστε πολύ πολιτισμένοι και πολύ διαβασμένοι, και λύνουμε και δένουμε εκεί πάνω στην πρωτεύουσα, και ήρθαμε για δέκα μέρες στο χωριό να σας μεταφέρουμε λίγη από την πολιτισμένη αύρα μας.
Το κακό είναι πως το ίδιο έχουν και οι μανάδες τους.
Ο γιόκας μπορεί μεν να έφυγε απο το χωριό και να πηγαίνει στην δουλειά με κοστούμι και να έχει και τόσο μυαλό όσο χρειάζεται για να πάρει κάποιος διακοποδάνειο, αλλά δεν παύει να δουλεύει σαν υπάλληλος σουπερμαρκετ εκεί στην πρωτεύουσα κυρία μου.
Δεν είναι ο Θεός. Δεν είναι αυτός που θα σας σώσει. Δεν είναι αυτός που θα κάνει το κοτέτσι με τις 20 κότες πτηνοτροφική μονάδα.
Ο άλλος ο γιός, αυτός που γαμιέται στα χωράφια τρακόσιες εξήντα πέντε μέρες τον χρόνο, αυτός είναι που έχει καταφέρει περισσότερα στην ζωή του, κι ας μην έχει πάει ποτέ στον Βασίλη Μελά Λάιβ.
Ο λόγος για τους Αθηναίους, γιατί πίσω απο όλα αυτά κάποιος Αθηναίος κρύβεται απο πίσω. Θα μπορούσε να είναι οποιοσδήποτε απο οποιαδήποτε μεγάλη πόλη.
Ακολουθεί επόμενο μέρος με τους Χανιώτες εν καιρώ διακοπών…




Ήρθε και ο Αύγουστος, άντε να φεύγει σιγά σιγά το καλοκαίρι.
Δε λέω, μια χαρά ήταν ο Ιούλιος, αλλά αυτή την αποδιοργάνωση, την σαπίλα και την βαρεμάρα του καλοκαιριού δεν την μπορώ.
Δεν θα πάμε διακοπές το καλοκαίρι και αυτό το -όλοι μαζί πάμε διακοπές και λιώνουμε γιεα γιεα- μου κάνει τα νεύρα μανταλάκια.
Ο Ιούλιος ήταν κατά βάθος και πέρα άπω τις γκρίνιες μια χαρά μήνας.
Με εξαίρεση φυσικά τα οικονομικά, που τα κάναμε μπάχαλο.
Αρχές Ιουλίου πήγαμε Φραγκοκάστελλο και μείναμε εκεί για ένα σαββατοκύριακο ή για μια μέρα και κάτι αν σκεφτεί κανείς το ότι φτάσαμε τέσσερις το μεσημέρι του Σαββάτου και φύγαμε εφτά του απογεύματος της Κυριακής.
Μείναμε -τσάμπα- σε ένα από τα διαμερίσματα της πάλαι ποτέ κολλητής μου. Φάγαμε του σκασμού -τσάμπα-, πήγαμε για μπάνια, μετρήσαμε τα αστέρια, ήπιαμε ποτά στο καλτ μπαράκι της περιοχής με τον ακόμα πιο καλτ dj, που συνδύαζε μοναδικά πολωνέζικο rnb με μέριλιν μάνσον και στο καπάκι εβανένσενς.
Τα τοπία φανταστικά όπως πάντα, ο ουρανός ξάστερος σε σημείο να βλέπουμε καθαρότατα τα νεφελώματα γύρω απο τα αστέρια.
Ο αέρας δυνατός και σε συνδυασμό με τα ποτάκια μας, μπορούσαμε άνετα να ανοίξουμε τα χέρια μας και να πετάξουμε.
Η ατμόσφαιρα μεταξύ εμού και της “κολλητής” περίεργη αλλά αυτό σίγουρα δεν θα μπορούσε να μου χαλάσει την διάθεση.
Το περασμένο σαββατοκύριακο το περάσαμε σε μια βίλα στα Ντουλιανά, με την πισίνα μας τους κλιματισμούς μας και την χλιδή μας -τσάμπα φυσικά-
Το χωριό Δουλιανά, είναι το χωριό του πατέρα μου, εκεί όπου περνούσα παιδούλα όλα μου τα καλοκαίρια.
Παραδοσιακό χωριό με 30 μόνιμους κατοίκους, και με μια ταβέρνα που είναι ικανή να φέρει γαστρονομικούς οργασμούς σε κάθε ουρανίσκο.
Περάσαμε τέλεια με εξαίρεση φυσικά το ότι οι δικοί μου ήρθαν από τις 9 το πρωί της Κυριακής και μας ξύπνησαν.
Ηθικό δίδαγμα: Το τσάμπα θέλει και τις υποχωρήσεις-θυσίες του.
κατά τ’άλλα τα Χανιά βουλιάζουν από κόσμο, αλλά αυτό θα το διαβάσετε στα επόμενα ποστς.
Περνάμε την ώρα δουλεύοντας, σαπίζοντας, και πίνοντας (αρκετά) μοχίτος στην Συναγωγή, στο παλιό λιμάνι.
Αυτές τις ημέρες στην δουλειά δεν έχω ρεύμα, και έχω αρχίσει το διάβασμα.
Το “Δυο Θεοί” του Λένου Χριστίδη το βρήκα εξαιρετικότατο. Εξέφραζε μια δικιά μου σκέψη που είχα από μικρή. Να το διαβάσετε.
Να διαβάσετε και το “Ακόμα και οι καουμπόισες μελαγχολούν” του Τομ Ρόμπινς.
Η μουσική μου χάθηκε οριστικά και αμετάκλητα εν τέλει.
Ακόμη αυτόν το μήνα τον πέρασα κουτσαίνοντας μια που χτύπησα το ήδη σπασμένο μου πόδι.
Δεν έχω έμπνευση.
Θέλω να γράψω, έχω στο μυαλό μου ιδέες αλλά δεν μπορώ να τις εκφράσω.
Θέλβ να αδειάσω το κεφάλι μου αλλά δεν ξέρω πως να το κάνω αυτό.
Αν μπορείτε να στείλετε λέξεις, εικόνες, κάτι το οποίο να μπορεί να φέρει έμπνευση, θα με κάνετε ιδιαίτερα χαρούμενη.
Επίσης περιμένω κανένα σχόλιο επιτέλους.
Άντε, να δούμε ποιος άλλος είναι εδώ -εκτός από τον ίνδικτο-.
Τούτα.
Άντε καλά ξέτελα να έχουμε με αυτό το καλοκαίρι…
(Εδώ γύρω θα είμαι ακόμα και όταν δεν θα μιλάω)