Μέρι Κρίστμας

εντ ε χάπι νιου γιαρ που λέει και ο λαός.

Θέλω να γράψω πολλά αλλά δεν έχω χρόνο..
Κάτι οι επισκέπτες εκ της συμπρωτεύουσας, κάτι οι φίλοι μου οι ρεμαλοφοιτητές που έχουν έρθει για τις διακοπές, κάτι τα οικογενειακά τραπέζια, κάτι και το χώσιμο στην δουλειά αφού όλοι έχουν πάρει άδεια και μόνο εγώ έμεινα πίσω..

Δεν είναι γκρίνια αυτό, ίσα ίσα χαίρομαι!

Το μόνο για το οποίο θα μπορούσα να γκρινιάξω είναι πως ενώ είμαι όλη την ώρα με τα μάτια μου, για τον άλφα ή βήτα λόγο δεν μπορώ να τον φιλήσω-αγκαλιάσω-γαργαλήσω-τσιμπήσω-δαγκώσω..
Μα όλα τα Χριστούγεννα συμβαίνει αυτό!
Τέλος πάντων, επιφυλάσσομαι και για αυτό την Πρωτοχρονιά.

Όπως και να’χει αυτό είναι ένα ανούσιο και άκυρο ποστ για να φύγει αυτό των γενεθλίων, και για να σας ευχηθώ.

Πολλές ευχές για όόόόόότι καλύτερο αυτην την χρονιά που έρχεται!
Φιλιά

Χάπι: Μπέρθντει του μι


Γενέθλια. Προσωπική πρωτοχρονιά.

Δε ξέρω, αλλά πάντα στα γενέθλια ένιωθα διαφορετικά. Ήταν πάντα μια “άλλη μέρα”.

Στο Δημοτικό θυμάμαι φορούσα τα καλά μου ρούχα και το καλό μου χαμόγελο. Κερνούσα τους φίλους μου και ήμασταν όλοι χαρούμενοι.
Κάπως έτσι ήταν και στο Γυμνάσιο - Λύκειο. Μόνο που εκεί ήμασταν ακόμα πιο χαρούμενοι για την τούρτα έκπληξη που θα εισέβαλε την ώρα του μαθήματος (μαθηματικών ή έκθεσης κατά κύριο λόγο), και που θα γυρνούσα σπίτι με πολλά δώρα.

Με τον καιρό άλλαξαν πολλά.

Πέρασα και άσχημα γενέθλια. Σε έναν καναπέ, μόνη μου, κλαίγοντας, και ένα κινητό που δεν χτυπούσε, ξεχασμένη από Θεό και ανθρώπους.

Τα τρία τελευταία χρόνια όμως έζησα τα καλύτερα γενέθλια.
Καλύτερα δε ξέρω.
Δηλαδή δεν ξέρω αν τα καλύτερα πέρασαν ή έρχονται.
Σίγουρα αξέχαστα όμως.

Πριν τρία χρόνια,όταν έκλεινα τα 21 μου, έκλεινα περίπου και ένα χρόνο σα φοιτήτρια.

Παραμονή των γενεθλίων μου είχε έρθει ένα τσούρμο από φίλους από τα “παλιά” στο “καινούριο μου σπίτι” μαζί με κάποιους από τους “καινούριους” φίλους.
Δυο τεράστιες πίτσες στο πάτωμα, μπύρες, γέλια και χαρές.
Εκεί που νόμιζα πως αυτό ήταν το “γλέντι” των γενεθλίων μου, την επομένη, ανήμερα των γενεθλίων, πρωί πρωί ο ένας από την “καινούρια” παρέα ήρθε σπιτάκι μου για να κατευνάσει την πρωινή του λιγούρα, και να καταβροχθίσει ότι είχε απομείνει απο τις πίτσες.
Ο κλασσικός ο Καραμπέτσος! Πήραμε και τα σχετικά τηλέφωνα, ήρθε και άλλος κόσμος, και καταλήξαμε να παίζουμε 31 απο τις 2 εκείνου το μεσημεριού, μέχρι τις 8 το πρωί.

Η πείνα και η δίψα τους ήταν τραγική, απο ένα σημείο και μετά τους τάιζα με ότι ληγμένο είχα στο σπίτι (απο τότε είχα πάντα κάτι ληγμένο στην κατάψυξη, για ανάλογες περιπτώσεις) όπως επίσης και η χασούρα μας ήταν τραγική, αφού ο Καραμπέτσος έφυγε με 2 χούφτες απο μονόλεπτα και δίλεπτα! (ήταν ο μεγάλος νικητής.) Τα κεράκια που είχα σβήσει τότε ήταν αυτά του σπιτιού μου, αφού να φάμε κάτι της προκοπής δεν είχαμε, λεφτά για τούρτα θα είχαμε?

Από τότε μου έχει μείνει το ρολόι με το προβατάκι που μου είχαν κάνει δώρο οι “παλιοί” φίλοι, και μια ξύλινη μαριονέτα - πινόκιο, που μου είχαν κάνει οι καινούριοι.
Δυο μέρες κράτησε ουσιαστικά η γιορτή, και άλλες δυο το καθάρισμα. Ήταν αξέχαστα ωραία.

Την επόμενη χρονιά η παρέα είχε αλλάξει κάπως. Είχαμε γίνει και πιο πολλοί, είχαμε περάσει και την μισή ζωή μας σε ένα ρεμπετάδικο, οπότε αποφάσισα να κλείσω τραπέζι εκεί, και να καλέσω πολύ κόσμο.

Κάλεσα τον Γιώργο τον Κάκαρη, τον Γιώργο τον ψηλό, τον Γιώργο τον φίλο του ψηλού, και τον Γιώργο τον Γιούπι (To Highlight της βραδιάς ήταν όταν έκανα τις συστάσεις) όπως επίσης και τον Σπύρο, τον Νίκο, την τότε κολλητή μου, και μπόλικο άλλο κόσμο.

Το γέλιο τότε ήταν με την τούρτα, που ενώ το είχα μυριστεί πως μου ετοίμαζαν έκπληξη, όχι μόνο έκανα την ανήξερη, αλλά τους δούλευα κιόλας.
“Μα καλά μια τούρτα δεν αξιωθήκατε να μου φέρετε?!”
“Είστε όλοι τόσο τσαμπατζήδες που ούτε μια τούρτα δεν έχουμε”
Κάποια στιγμή κλείνουν τα φώτα. Συνεχίζω επίτηδες το φαγητό μου. Ο Κάκαρης άρχισε να φωνάζει, “ΜΑ ΜΗΝ ΤΡΩΣ ΤΩΡΑ”.
Αρχίζει το χάπι μπερθντει του γιου, παίρνουν όλοι μια χαρουμενογελοία έκφραση, με κοιτάνε όλοι μαζί και εμφανίζεται μια τούρτα η οποία καταλήγει στο διπλανό τραπέζι.
Εκεί είχα πεθάνει. Ανακοπή είχα κοντέψει να πάθω από το γέλιο όταν είδα την έκφρασή τους.
Σε κανα δεκάλεπτο ήρθε και η δικιά μου, με λιγότερη προσμονή και χαρά βεβαία από τους άλλους απ’ότι νωρίτερα.
Με έκπληξή μου διαπίστωσα πως για κεράκι είχε ένα ερωτηματικό.
Είχαν στείλει τον Σπύρο για να την πάρει, και φυσικά είχε ξεχάσει τα πόσα κλείνω.

Είχαν γίνει πολλά εκείνο το βράδυ. Θεϊκές συζητήσεις με τον τραγουδιστή και του που πέφτει η Μονεμβασιά, καθώς και ένα ραντεβού στα τυφλά με το τραπέζι στο δίπλα δωμάτιο του ρεμπετάδικου.

Όταν ήδη είχαμε γίνει ντίρλα, αποφασίσαμε να πάμε να κουνήσουμε τα κορμιά μας σε ένα κλαμπάκι (μαύρο παρελθόν, ξέρω.) Εκεί ήπιαμε και την μαύρη σαμπούκα φλαμπέ. Εκεί έπιασα και το ποτήρι του σφηνακίου, και το πέταξα στην απέναντι μεριά του μαγαζιού, αφού δεν μου είχε πει κανείς το οτι έκαιγε τόσο.

Ωραίες στιγμές.
Η τότε κολλητή μου μου είχε κάνει δώρο ένα κερί σε σχήμα φαλλού(…).
Τότε γέλασα και το βρήκα αστείο.
Τελικά ήταν προφητικό για την μετέπειτα εξέλιξη της φιλίας μας.

Θυμάμαι που είχα γυρίσει στο σπίτι, κομμάτια πραγματικά, γύρω στις 6 το πρωί. Μόλις ξάπλωσα χτύπησε το τηλέφωνο (!). Ήταν ο Stardusted για να μου πει χρόνια πολλά. Μιλούσαμε, μιλούσαμε, και κάποια στιγμή αρχίζω να κλαίω. “Φοβάμαι οτι κάποτε αυτές οι στιγμές δε θα ξαναγυρίσουν. Φοβάμαι ότι κάποτε θα τελειώσουν όλα αυτά.”..

Πέρσι ήταν πολύ πιο ήρεμα τα πράγματα.
Πέρσι όμως παραμονή των γενεθλίων μου, είχα εκπομπή.
Για μια ώρα έπαιζα τα τραγούδια που ήταν στο πρόγραμμα μου. Στην αρχή του τρίτου ημιώρου κόβετε το ρεύμα. Είχε ήδη βραδιάσει. Άναβαν μόνο τα φωτάκια της κονσόλας, η οθόνη του υπολογιστή και κάτι κεριά.
Εκεί παίρνω την μεγάλη απόφαση.
“Χμου, Θα σταματήσουμε να ακούμε αυτά που είχα προγραμματίσει. Θα ακούσουμε τα αγαπημένα μου τραγούδια, όλα μαζεμένα, το ένα μετά το άλλο. Μπορείτε λοιπόν να πάρετε ξυραφάκια, ή να αλλάξετε σταθμό.ΑΠόψε έχετε δικαίωμα επιλογής.” Ήταν η δήλωση στο μικρόφωνο.

Το πρώτο ήταν το “δεν φταίω εγώ που μεγαλώνω” απο λαθρεπιβάτες.
Δεν άλλαξαν σταθμό.
Τους άρεσε.
Τους είπα να κλείσουν και αυτοί τα φώτα στο σπίτι τους.
Κάποιοι τηλεφώνησαν και μου είπαν πως το έκαναν.
Γιορτάσαμε όλοι μαζί.
Εκεί ένιωσα αυτό το κλισέ που λέγεται “η μαγεία του ραδιοφώνου”.
Ήταν όλα μαγικά. Παραμύθι.

Εκείνο το βράδυ είχα βγει για ποτό με τον Κωνσταντίνο.Καλός φίλος και “συνάδελφος” από τον διπλανό σταθμό.
Όταν άλλαξε η ώρα τραγούδησε μαζί με τον μπαρμαν το γνωστό τραγουδάκι, και έσβησα το ρεσό που ήταν μπροστά μας στο μπαρ.

Το επόμενο βράδυ, το πέρασα στο σπιτάκι μου, με τον Κάκαρη τον Σπύρο, την Μαρία, και με πολλά τηλεφωνήματα.
Ολονυχτία, ποτά, συζήτηση επι παντώς επιστητού.
Ήρεμα. Πανέμορφα.

Φέτος είναι όλα διαφορετικά. Διαφορετικά απο όλες τις απόψεις. Φέτος είμαι με τα μάτια μου.Αυτό τα κάνει όλα διαφορετικά. Ωραία - διαφορετικά.
Μόλις άλλαξε η μέρα με πήραν τηλέφωνο τα παιδιά και ούρλιαζαν όλα μαζί στο τηλέφωνο.
Συγκινήθηκα.
Σήμερα τα άτια μου ήρθαν μαζί μου στην δουλειά.
Απο το πρωί ακούω το “δε φταίω εγώ που μεγαλώνω”

Δε ξέρω τι θα γίνει από δώ και πέρα, αλλά δεν ανησυχώ.

Φέτος επίσης δεν πέρασα την κρίση του «Μπαίνω στα 24», που ομολογώ πως πολύ την φοβόμουν.

Φέτος έμαθα πολλά. Άλλαξαν πολλά.

Συνειδητοποίησα για ακόμα μια φορά πως όλα είναι στιγμές και αυτά που θεωρούμε πως είναι μόνιμα στην ζωή μας, μπορούν να αλλάξουν απίστευτα πολύ γρήγορα.
Είδα τα όριά μου.Τα ξεπέρασα κιόλας ορισμένες φορές.

Φέτος ενηλικιώθηκα ουσιαστικά. Βγήκα απο την παιδικότητα και την εφηβεία που έχει το φοιτητηλίκι.

Φέτος ήρθαν στην ζωή μου και τα μάτια μου.
Η γλυκιά μου ταλαιπωρία :P

Και φέτος είναι όλα ωραία… Διαφορετικά ωραία..
Φέτος είναι όλα πιο ζεστά και τρυφερά.
Φέτος το μεγαλύτερο σώρο των γενεθλίων μου είναι αυτή η αγκαλιά!

Χρόνια μου πολλά…..


Και να που τα ταξίδια μείναν μόνο, όνειρα
και να που οι φωνές και τα τραγούδια, σώπασαν

και να που η ζωή τώρα κυλάει, πιο γρήγορα
και να που τα παιδιά και τα παιχνίδια, χάθηκαν

Δε φταίω εγώ που μεγαλώνω, χτυπάει πισώπλατα ο χρόνος
δε φταίω εγώ που μεγαλώνω, φταίει η ζωή, που είναι μικρή.


Γ2

.. Ο Πράσινος έκλεισε το τηλέφωνο, αλλά η Μώβ συνέχισε να κρατάει το ακουστικό, και να κοιτάζει επίμονα τον καναπέ του γραφείου, λες και αυτός έφταιγε για όλα.
Ένιωθε πνιγμένη, απελπισμένη όπως πριν τον ακούσει, μα τώρα ένιωθε και εκνευρισμένη.

“Θα τα πούμε αργότερα”.
Δε τα λέμε τώρα γιατί δεν έχουμε τίποτα να πούμε.
Αργότερα ίσως να συμβεί κάτι άξιο κουβέντας.
Ίσως και όχι. Τότε πάλι θα πούμε την ίδια φράση. “Θα τα πούμε αργότερα”.

Μωρό μου, δεν είμαστε πρακτορεία ειδήσεων. Δεν χρειάζεται να λέμε τίποτα. Θέλω μόνο να σε κοιτάζω στα μάτια και να περιμένω αυτά να μου τα πούν όλα, τώρα.Θέλω να λέμε για καινούριους πλανήτες και για τα όνειρα της προηγούμενης νύχτας. Να λέμε για το πως πετούσαμε όταν είμασταν παιδιά και για τα βιβλία του Ρόμπινς. Θέλω να κάνουμε άγριο σεκς σαν ζώα ή τρυφερό έρωτα σαν να είμαστε οι μόνοι ερωτευμένοι άνθρωποι στον κόσμο. Δε θέλω να τα πούμε αργότερα.
Κοίταξε το ακουστικό, σκέφτηκε να του τηλεφωνήσει, να του τα πει αυτά και άλλα τόσα.

Δεν ήθελε να του χαλάσει την διάθεση. Όποτε γυρνάει απο το πάρκο η διάθεσή του είναι περίφημη.

ένα “Πνίγομαι” βγήκε απο τα χείλη της.
Κοίταξε με το πιο μισητό βλέμμα που είχε ποτέ τον καναπέ του γραφείου και άφησε τη ματιά της να περιπλανηθεί.

Η ώρα ήταν 5:30 το απόγευμα.
Σιγά σιγά έπρεπε να ετοιμαστεί. Να ντυθεί όσο πιο ζεστά γίνεται, να πάει εκεί, στην μέση του πουθενά να περιμένει το λεωφορείο. Να πάει σπίτι.
Λίγες μέρες πριν έφευγε από την δουλειά με ένα τεράστιο χαμόγελο. Θα πήγαινε σπίτι τους. Ανυπομονούσε να είναι μαζί. Τώρα φεύγει σκυθρωπή. Κούραση και Ρουτίνα.

Αυτό ήταν το πρόβλημα. Η ρουτίνα.
Τα ίδια πράγματα να επαναλαμβάνονται καθημερινά.
Αυτό δεν το είχαν υπολογίσει.

Σε όλη την διαδρομή η Μωβ δεν σκεφτόταν τίποτα. Δεν ήθελε να κάνει οποιουδήποτε είδους σκέψη.Ήθελε να ηρεμίσει. Να τα κρύψει όλα. Μέσα της.

Έφτασε σπίτι τους. Χτύπησε το κουδούνι με τον συνηθισμένο “εκνευριστικό” τρόπο.Για πρώτη φορά ο Πράσινος δεν της άνοιξε.
Αφού βρήκε τα κλειδιά της μετά από μια βαθιά ανασκαφή στην πάντα τεράστια τσάντα της, πέρασε μέσα.

Η κούπα του πρωινού της καφέ ήταν πεσμένη στο πάτωμα. Το χαλί χάλια. Το υπόλοιπο σπίτι ακατάστατο, λες και δεν το είχε τακτοποιήσει κανείς και ποτέ.

Η Μωβ σάστισε.
Βρήκε τον Πράσινο, να κάθετε στην μέση του σαλονιού ακούγοντας κάτι ρεμπέτικα απο ένα μικρό ραδιοφωνάκι.

“Τι έγινε εδώ?!”
“…”
“Γιατί είναι όλα έτσι?”
“…”
“Έχεις κάτι?”
“…”
“Μα γιατί δε μου μιλάς?! Κουράστηκα να προσπαθώ πάντα να μαντεύω τι έχεις. Κουράστηκα να σε παρακαλάω να μου μιλήσεις για το τι συμβαίνει. Κάνω υπομονή. Δε ξέρω για πόσο ακόμα. Ειλικρινά….”

(συνεχίζεται…)

Μια απορία και μια σκέψη.


Απορία

Αν έλεγα πως μπήκαν τρείς τύποι στο γραφείο με μπουλντόζα (sic) και καλάσνικοφ και με απειλούσαν λέγοντας πως θα μου πυροβολήσουν το μόντεμ επειδή το προ-προηγούμενό μου ποστ ήταν πολύ καταθληπτικό και επειδή δε τους διευκρίνησα το τι ακριβώς ιστορία είναι αυτή, θα μου δίνατε μεγαλύτερη προσοχή απ’ότι τώρα που έγραψα πως ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου έγραψε ένα τραγούδι που αραδιάζει δεκάδες nicknames απο την μπλογκόσφαιρα??? τσκ..

Σκέψη

Αν έκανα εκπομπές τώρα, σίγουρα αυτό το τραγούδι θα το έπαιζα κάθε απόγευμα, θα μου το ζητούσαν και θα είχα κολλήσει με αυτό (και δημόσια).

Απίστευτο το κόλλημα με τον Χαρούλη, και με αυτό το τραγούδι.

Τρείς φορές θα σε ρωτήσω αν υπήρχε μια φορά
Που ήσουν μόνη στο σκοτάδι και ήμουνα παρηγοριά .
Τρείς φορές θα σε ρωτήσω, πως το χρόνο σταματάς
Όταν έρχεσαι τα βράδια και στα μάτια με κοιτάς.

Ένα γύρο το φεγγάρι.


Αχ…

ΤΗΝ ΠΡΟΣΟΧΗ ΣΑΣ ΠΑΡΑΚΑΛΩ!


Είχα πει πως δεν πρόκειται να γράψω σε αυτό το δύσμοιρο μπλογκ, κανένα σχόλιο για την μπλογκόσφαιρα. … Ναι… Αλλά τώρα που η μπλογκόσφαιρα έγινε τραγούδι? Να μην το πώ?!

Να τα πάρουμε απο την αρχή λοιπόν…

Την προηγούμενη εβδομάδα, βλέπω τον -αγαπημένο- Θανάση Παπακωνσταντίνου, να κυκλοφορεί καινούρια δισκογραφική δουλειά, με τίτλο αυτής “Διάφανος”.

Βάζω λοιπόν χθές να την ακούσω.
Πολύ καλές και όμορφες οι μουσικές. Ερμηνεία απο Μάλαμα και άλλους. Γενικά μου έφτιαχνε την διάθεση.
Κάποια στιγμή φτάνω και στο τραγούδι με τίτλο “You, the universe”.

Ακούω τον γνωστό ήχο κλήσης του μόντεμ, και στην συνέχεια δύο τύπους να απαγγέλουν κάτι ακαταλαβίστικα.

Κοιτάζω τα μάτια μου, λέμε και οι δυο δεν πάει καλά και ο Παπακωνσταντίνου.

Κάποια στιγμή πιάνω κάτι λέξεις, και καταλαβαίνω οτι αυτά που απαγγέλουν είναι nicknames.
Το ξαναβάζω απο την αρχή.
Εϊναι nicknames απο την μπλογκόσφαιρα! Κάπου νομίζω άκουσα και dark whispers.. δεν είμαι και σίγουρη…

Κοίτα να δείς…..

You, the universe
(άκου, μπορεί να βρείς και εσένα εκεί μέσα!)


« Previous Entries