Μετακόμισα.


Σε καμιά δεκαριά σκουπιδοσακούλες χώρεσαν όλα τα όνειρά μου και όλες οι αναμνήσεις μου. Δεν είχα πολλά όνειρα και αναμνήσεις τελικά.

Τουλάχιστον έχω την διαίσθηση οτι το καινούριο σπίτι θα γίνει πολύ όμορφο. Ίσως επειδή είναι σπίτι ΜΑΣ και όχι σπίτι ΜΟΥ.

Δύσκολα όλα σήμερα.Το μόνο που άφησα πίσω ήταν τα κεριά. Αυτά που χαρακτήρισαν το σπίτι και αυτά που ήθελαν όλοι να πάρουν. Δεν άφησα κανέναν να τα χαλάσει. Δε θα το άντεχα.

Αν διαβάσει αυτό το ποστ κανένα απο τα ρεμάλια που έχει τα κλειδιά του σπιτιού, προτείνω να πάτε σπίτι, να ανάψετε τα κεριά, και να τα πιείτε!

Δεν του αξίζει να τελειώσει έτσι άδοξα…….

Καλύτερα που δε θα είμαι και εγώ..

“Και όλο φεύγω πριν μείνουμε μόνοι, το τέλος μην δω..”

Σκέφτομαι και γράφω.


Η παρέλαση στην πόλη μου.

Πήγαμε και φέτος στην παρέλαση. Στα Χανιά πάντα.
Συμμετείχε ο μικρός, το καμάρι της οικογένειας. Τετάρτη δημοτικού. Σημαντική στιγμή.

Η μάνα μου σε κατάσταση πανικού.

“Θα γίνουν επεισόδια, να χωριστούμε να μπορούμε να πάμε κοντά στο μικρό αν γίνει κάτι, μπλα μπλα μπλα”

Και ξέρετε πως είναι οι μανάδες όταν είναι σε κατάσταση πανικού….

Χωριστήκαμε λοιπόν, και εγώ πήρα το πόστο που ήταν κοντά κοντά στους επισήμους, σύμφωνα με το σχέδιο δράσης της μαμάς.

Παππούδες γύρω μου που άκουγαν τον εθνικό ύμνο και ένιωθαν υπερήφανοι.. Όταν περνούσαν τα εγγόνια δε, καμάρωναν, κοκκίνιζαν, φώναζαν, χειροκροτούσαν… Έβλεπα εγκεφαλικά να έρχονται, αλλά δεν ήρθαν!
Ήταν και ένας τυπάς δίπλα μου, αστειάτορας. Είπε πολλά έξυπνα. Όπως τότε που πέρασε ο ερυθρός σταυρός με μια κούκλα σε ένα φορείο, και άρχισε να φωνάζει: “¨Αυτή είναι η παιδεία?!”
Παραδίπλα ήταν οι εκπαιδευτικοί και οι φοιτητές, ακριβώς απέναντι από τους επισήμους, που φώναζαν τα δικά τους. Ακόμα πιο παραδίπλα, τα παιδιά τους που φώναζαν πιο δυνατά “Μαμά μαμά, άκου το μπαμπά που φωνάζει!”

Στην αρχή πέρασαν οι Κρητικοί. Πολλοί Κρητικοί. Πιο πολλοί από κάθε άλλη φορά.
Εν τω μεταξύ, κατέβασα πρόσφατα (για ποικίλους λόγους) το ντοκιμαντέρ ποιότητας “Ο Μανωλιός ο Μπήχτης”. Δεν θέλετε να μάθετε τι εικόνες μου ήρθαν στο μυαλό. Ούτε αυτοί θέλουν.
Κρητικοί λοιπόν με μουστάκια, μαχαίρια, σαρίκια, κατσούνες και άλλα απαραίτητα αξεσουάρ. Φυσικά δεν έλειπε και το διχτυωτό καλσόν, αντικείμενο ξεκαρδίσματος τα τελευταία πολλά χρόνια.
Θα μου εξηγήσει ποτέ κανείς γιατί οι Κρητίκαροι φοράνε διχτυωτό καλσόν με ρόμβους? (Πονάνε τα παλικάρια ωρέ?)

Το μόνο που αξίζει κάθε χρόνο στην παρέλαση, είναι τα παιδάκια κάτω των δέκα ετών, που είναι ντυμένα κρητικάκια.
Δεν τα αναγκάζει κανένας καθηγητής και κανένα σχολείο να παρελάσουν. Μυρίζεις την αθωότητά τους, και βλέπεις την υπερηφάνεια τους απο χιλιόμετρα.
Περπατάνε με απίστευτο βήμα και έχουν πραγματικά το ύφος” “ΕΓΩ θα φυλάω την πατρίδα όταν μεγαλώσω”.

Μετά πέρασαν τα δημοτικά με το δικό μας το καμάρι να καμαρώνεται πολύ καμαρωτά, όπως πολύ καμαρωτά καμαρώνονταν και άλλα καμάρια.
Δε μπορώ αυτο να το καταλάβω…

Να φωνάζει μια μάνα
“Να νανανανναα να! ο Γιωργάκης! Γιωργάαααααααααααααααααααακη! Γιωργάαααααααααααααααακη! Ο γιός μου! ο δικός μου ο γιός! κοίτα το κοίτα το”
και να χαιρετάει ο Γιωργάκης τη μαμά του, η μαμά του το γιωργάκη, ένας άλλος Γιωργάκης τη μαμά του πρώτου Γιωργάκη γιατί μπερδεύτηκε, κτλ.
Και εγώ τώρα να φαντάζομαι σκηνικό που είχε διαδραματιστεί λίγες ώρες πριν στο σπίτι του Γιωργάκη:
-Γιωργάκη πιες το γάλα σου
-Δε μ’αρέσει!
-Πιές το! Έχεις παρέλαση
-Δε θέλω να πάω, Θα είναι και ο Κωστάκης και έχουμε τσακωθεί!
-Πιές το! Έχουμε αργήσει! Δε θα βρώ θέση μπροστά μπροστά, δίπλα στους επισήμους!Δεν έφτιαχνα τόση ώρα το μαλλί για να μην πάμε!
- Δε θέλω να πάω, με στενεύουν και τα παπούτσια!
- Άκουσες βλαμμένο τι σου είπα?! Και θα το πιέις και θα πας, αλλιώς δεν έχει ούτε χαρτζηλίκι, ούτε σινεμά, ούτε θα ξανάρθει η Κατερινούλα στο σπίτι!

Αλλά την ώρα της παρέλασης, και ο Γιωργάκης και η μαμά του θα είναι υπερήφανοι ο ένας για τον άλλον.

Παρήλασαν λοιπόν τα σχολεία με τα κουτσούβελα και κάτι τύπισσες με κοντές φούστες και μαλλί κομμωτηρίου (τα κομμωτήρια κάνουν χρυσές δουλειές τέτοιες μέρες), μοίρασαν και κάτι εκπαιδευτικοί φυλλάδια, φώναξαν και κάτι συνθήματα, είχαμε και πολλούς αστυνομικούς (ξεχειλίζαμε απο ασφάλεια, ειδικά μπροστά στους επισήμους κατα έναν περίεργο λόγο), είχαμε και ετοιμοπόλεμες μανάδες.Δόξα το Θεό, δεν έλειπε τιποτα.

Πέρασαν απο μπροστά μας και τα στρατά, μόνο που εγώ δε τα είδα (γμτ&^$^$@) γιατί έψαχνα το καμάρι μας

Όλοι εκεί ήταν.

Και όλοι οι πολίτες βέβαια της πολιτισμένης πόλης μας.
Θέλετε να αναλύσω τις ενδυματολογικές τους προτιμήσεις? Δεν θέλετε…
Και μίνι και σούπερ μίνι και μαλλί αστα να πάνε και 25 κιλά μεικ απ, και μπότες και πέδιλα και χρυσαφικά οι μεγαλύτερες και το καλό ταγιέρ, και τζινάκια και απ’όλα.

Πάνω απ’όλα όμως υπερηφάνεια.Απο αυτό είχαν όλοι.
Ο καθένας για το δικό το βέβαια (άλλος για το καμάρι, άλλος για την πατρίδα, άλλη γιατί της πέτυχε το βάψιμο ή το χτένισμα), Αλλά υπερηφάνεια είχαν όλοι.

ΕΥτυχώς που υπάρχουν αυτές οι μέρες και υπενθυμίζουν σε κάποιους οτι υπάρχει και αυτό το συναίσθημα.
Καλό είναι να θυμόμαστε συναισθήματα. Έστω και με αυτόν τον τρόπο.Δε γαμείς..

Καλά ήταν… Εϊχε την πλάκα και σασπένς φέτος..
Καλύτερα θα ήταν βέβαια να μην με είχαν ξυπνήσει απο τις 9, και να με άφηναν να κοιμηθώ. Είπα εγώ ποτέ πως μου αρέσουν οι παρελάσεις?!..

Κοίτα να δεις…


Σαν σήμερα το βράδυ, πριν ένα χρόνο ακριβώς, έγραφα σε ένα τετράδιο,αυτό.
Έκλεινε μια εποχή.
Και τώρα κλείνει μια εποχή, αλλά αρχίζει μια άλλη. Καλύτερη ελπίζω. Όπως ελπίζουν δηλαδή όλοι αυτοί που ξεκινούν κάτι. Έχει περίεργα γυρίσματα ο καιρός.

Πραγματικά αν με ρωτήσει κάποιος το πως φαντάζομαι οτι θα είμαι του χρόνου τέτοιον καιρό, η μόνη απάντηση που μπορώ να του δώσω είναι το μεγαλοπρεπέστατο “Δεν έχω ιδέα”..

Δεν ξέρω αν μου αρέσει ή όχι αυτό…

Υπάρχουν φορές που θα ήθελα να γυρίσω το χρόνο πίσω. Όχι για να αλλάξω κάτι. Να ξαναζήσω στιγμές μόνο. Να φρεσκάρω ξεθωριασμένες αναμνήσεις.

Εκείνη η εποχή έκλεινε πριν απο ένα χρόνο, δεν έχει αναμνήσεις που θα ήθελα να ξαναζήσω. Έχει όμως πολλά βράδια “εσωτερικής αναζήτησης”.

Δεν ξέρω αν φταίει εκείνος ο άνθρωπος, ή η φάση που περνούσα, αλλά εκείνα τα 3-4 χρόνια που είμασταν μαζί, συνηδειτοποίησα πραγματικά ποια είμαι, έβαλα σε τάξη πολλές σκέψεις μου, έψαξα τα θέλω και τα μπορώ μου.Αυτές ίσως τις στιγμές θα ήθελα να ξαναζήσω. Της “εσωτερικής αναζήτησης”. Να θυμηθώ αυτά που σκεφτόμουν.Να θυμηθώ αυτά που με είχαν αλλάξει.

Ερωτικά και συναισθηματικά είχα πληγωθεί τότε.Πολύ.Απο την πρώτη στιγμή. Ας κράτησε τόσα χρόνια όλη η ιστορία. Πληγωνόμουν κάθε φορά και πιο πολύ.Δε ξέρω τι με έκανε και δεν έφευγα απο όλο αυτό.
Με έμαθε όμως (άθελά του μάλλον) να εκτιμάω κάποια πράγματα. Αυτά που δεν μου έδινε.
Χάδι, αγκαλιά, φιλιά, ακόμα και το “χεράκι-χεράκι” στο δρόμο.
Σκέφτομαι πως αν αυτά τα είχα τότε, ίσως και να μην τους έδινα τώρα τόση σημασία.
Τώρα που τα έχω τα εκτιμάω. Κλείνω τα μάτια και αποθηκεύω εικόνες. Μου ζεσταίνουν την καρδιά.Χαίρομαι που μπορώ και το κάνω αυτό.
Δεν κρατάω κακία σε εκείνον.
Μου είχε πει τι μπορεί να μου δώσει απο την πρώτη στιγμή, άσχετα που εγώ πίστευα οτι μπορώ να αλλάξω τα πάντα.. (κλασσική γυναικεία ηλιθιότητα)
Ίσα ίσα, χαίρομαι που υπήρξε αυτός και μου έμαθε αυτά και άλλα τόσα. Που έμαθα ποια είμαι εξαιτίας του. Που υπήρξε η αφορμή για να κάτσω να σκεφτώ λίγο παραπάνω, να δω κάποια όριά μου.

Χαίρομαι που με πόνεσε τότε για να μπορώ να ζω τώρα τις όμορφες στιγμές.
Θέλει κουράγιο να το πεις αυτό.

Που και που λέμε ακόμα ένα “γειᔨ.
Ξέρω πως δεν πρόκειται να ξαναγυρίσω. Κάποια πράγματα τα τελειώνεις για πάντα. Προχωράς και αλλάζεις.
Ξέρω όμως πως αν έχω οποιοδήποτε πρόβλημα θα είναι απο τους πρώτους που θα μου δώσουν συμβουλή και θα με βοηθήσουν.
Νιώθω υπερήφανη που κατάφερα να είναι τα πράγματα ετσι.

Ξέφυγα απο το θέμα.
Το θέμα είναι πως και πάλι κάποια πράγματα τελειώνουν. Δεν ξέρω αν είναι για πάντα. Και αλλάζουν.
Ο χρόνος.. με τρομάζει πλεον ο χρόνος..
Μερικές φορές θέλω να σταματήσει, και άλλες να προχωρήσει πολύ γρήγορα.

Ελπίζω του χρόνου, να μην κάνω κανένα άλλο μνημόσυνο.Για τίποτα..

Πφ,
Σκόρπιες σκέψεις… (πάλι)..

With or without you

with or without you

Πρίν 2 χρόνια, κάποιος είχε αποπειραθεί να μου το στείλει. Επέμενε.
Δώδεκα (!) ώρες κράτησε το download με pstn γραμμή.

Μετά ήρθε ΤΟ κόλλημα.
Με τις εικόνες, με το τραγούδι, με τον Μπόνο, με όλα.

Επι ένα χρόνο το έβλεπα πάνω απο 3 φορές την ημέρα. Είχα πρήξει όλο τον κόσμο.

Πολύ χάρηκα που το βρήκα!
Δείτε το..

Ελπίδα


Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένα κοριτσάκι που το έλεγαν ελπίδα.

Το κοριτσάκι που το έλεγαν ελπίδα, είχε ότι υλικά αγαθά επιθυμούσε, από τότε που θυμόταν τον εαυτό της.

Το κοριτσάκι που το έλεγαν ελπίδα, είχε και από τα άλλα αγαθά. Αλλά δεν της χαρίστηκαν τούτα. Για αυτά πάλεψε και μάλιστα πολύ.

Το κοριτσάκι που το έλεγαν ελπίδα έκανε φιλίες. Τις έχανε και έκανε άλλες. Σε ανθρώπους που το άξιζαν και σε ανθρώπους που δεν άξιζαν ούτε το καλημέρα της. Το ίδιο γινόταν και με τους έρωτες της. Έδινε παντού και πάντα όλη της την ψυχή. Το είχε ανάγκη να το κάνει αυτό.

Το κοριτσάκι που το έλεγαν ελπίδα έκανε όνειρα. Πολλά όνειρα.

Το κοριτσάκι που το έλεγαν ελπίδα, είχε μια θεωρία που μιλούσε για εξίσωση χαράς και λύπης στη ζωή. Έλεγε πως οι χαρές με τις λύπες είναι ίσες στην ζωή του καθένα. Απλά οι στιγμές χαράς είναι αυτές που περνάνε πιο εύκολα, ενώ της λύπης πιο δύσκολα και πιο επίπονα. Γι’ αυτό, αυτές οι στιγμές, της λύπης, φαίνονται στου περισσότερους πιο πολλές. Κάθε φορά που ήταν στεναχωρημένη, αυτό σκεφτόταν. Καθόταν και μετρούσε, παρόλο που σιχαινόταν τα μαθηματικά. Μετρούσε τις στιγμές που τον τελευταίο καιρό είχε γελάσει μέσα από την καρδιά της, για να δει πόσο καιρό θα δακρύζει η ψυχή της.

Το κοριτσάκι που το έλεγαν ελπίδα ζούσε σε ένα περιβάλλον που πάντα επέμβαινε στην ζωή της. Της τα έκανε μπάχαλο και κατάφερνε με μοναδικό και αξιοθαύμαστο τρόπο να της ξεφουσκώνει τα συννεφάκια των ονείρων της.

Το κοριτσάκι που το έλεγαν ελπίδα είχε αποφασίσει να το σταματήσει αυτό. Με μια μεγάλη απόφαση που έλεγε πως θα τα αφήσει όλα πίσω της. Θα σταματούσε για πάντα να είχε οποιαδήποτε σχέση με αυτό το περιβάλλον. Ήξερε πως ήταν δύσκολο, αλλά ήταν διατεθειμένη να κάνει τα πάντα για τα όνειρά της.

Το κοριτσάκι που το έλεγαν ελπίδα προσπαθούσε να αλλάξει την ζωή της. Έκανε ότι περνούσε από τα χέρια της. Ότι δεν της άρεσε το άλλαζε. Είχε καταφέρει να είναι ένα βήμα μακριά από το να διώξει ότι την πλήγωνε. Είχε βρει μια δουλειά πάνω σε ένα αντικείμενο που λάτρευε, ένα σπίτι κοντά στους φίλους της.. Είχε σχεδιάσει μια ιδανική ζωή.

Το κοριτσάκι που το έλεγαν ελπίδα δεν ήξερε πως δεν υπάρχει ιδανική ζωή.

Το κοριτσάκι που το έλεγαν ελπίδα ξύπνησε ένα πρωί και είπε ένα μεγαλοπρεπέστατο «Φεύγω». Δεν την άφησαν. Της υποσχέθηκαν μια ανάλογη ζωή, κοντά τους. Μίλησαν, συμφώνησαν. Ξαναμίλησαν, ξανασυμφώνησαν. Δέχτηκε. Για να μην πικράνει κανέναν. Μπορούσε να τα καταφέρει και έτσι, και κανείς δε θα πληγωνόταν.

Το κοριτσάκι που το έλεγαν ελπίδα ονειρευόταν πλέον ένα σπίτι καινούριο, ένα αυτοκίνητο, και μια ζωή με τον άνθρωπο που αγαπά, απλή και ήρεμη.

Το κοριτσάκι που το έλεγαν ελπίδα δεν ήξερε πως οι συμφωνίες και οι όρκοι αθετούνται.

Το κοριτσάκι που το έλεγαν ελπίδα περίμενε τρεις μήνες για να την αφήσουν να νοικιάσει ένα σπίτι και να μετακομίσει. Περίμενε και τους διπλάσιους για να της πάρουν ένα αυτοκίνητο. Η ζωή με εκείνον που αγαπούσε δεν ήταν ήρεμη. Εξ’αιτίας των άλλων. Μπέρδευαν της καταστάσεις και δημιουργούσαν ανυπόφορη ένταση.

Το κοριτσάκι που το έλεγαν ελπίδα μπορεί να χώρισε μετά από έναν χρόνο, αλλά είχε καινούριο αυτοκίνητο.

Το κοριτσάκι που το έλεγαν ελπίδα, πήρε για τελευταία φορά στην ζωή της μια απόφαση που αφορούσε την ζωή της και θα την άλλαζε για πάντα.

Το κοριτσάκι που το έλεγαν ελπίδα, πήρε το καινούριο της αυτοκίνητο, και έπεσε πάνω στον τοίχο του σπιτιού της.

Το κοριτσάκι που το έλεγαν ελπίδα, δε το έκανε αυτό γιατί της άξιζε όπως είπε κάποιος, αλλά γιατί ήταν η μόνη απόφαση που μπορούσε να πάρει η ίδια για την ίδια της την ζωή, χωρίς να παρέμβει κανείς άλλος.

Το κοριτσάκι που δεν το έλεγαν ελπίδα αλλά θα ήθελε να το λένε, πριν το κάνει αυτό, άφησε ένα σημείωμα πάνω στο τραπέζι. Απευθυνόμενη σε εκείνους έγραφε: « Σε όλη μου τη ζωή μου σκοτώνατε τα όνειρα κάθε μέρα και από λίγο. Την ελπίδα την σκότωσα εγώ όμως. ΤΩΡΑ».

« Previous Entries