Όλη νύχτα μάζευα….


…. καρφίτσες.

Σχήματα πολλά. Άλλες σπασμένες και άλλες ολόκληρες . δεν ξέρω τι θα τις έκανα τελικά μα μου’χε μπει η τρελή ιδέα πως επιτελούσα έργο (έργο τι?).

Αποφάσισα. Το ξημέρωμα θα τις έβαζα μια μια μες το σώμα μου. Έτσι θα είχα ένα λόγο (ένα σοβαρό λόγο επιτέλους!) να μην σε πλησιάζω (την δική σου αρτιμέλεια).

Υπολόγισα κ τον πόνο. Ανυπολόγιστος που είναι!!! Αν ο πόνος ήταν ένας σωρός γραμμένες σελίδες θα τις τσαλάκωνα μια. Μετά θα τις έκανα έναν σωρό, θα τις έβρεχα και καθώς θα έτρεχε το μελάνι τους στα δάχτυλα μου , θυμίζοντας μου πόσες λέξεις δεν μπορώ πια να πω,θα έβαζα όλο μου το κουράγιο και θα τις πετούσα με δύναμη ως το παράθυρο σου.

Όχι πως έχω την γελοία ψευδαίσθηση πως θα μπορούσε ο πόνος μου ντυμένος με χαρτί κ λέξεις να σπάσει το παράθυρο σου. Δεν διακατέχομαι λοιπόν από ελπίδες φρούδες. Μα να, έχω την ελπίδα πως ο θόρυβος του θα ακουστεί, θα αφομοιωθεί από τα όνειρα σου την ώρα που κοιμάσαι και μες στον ύπνο σου θα αναρωτιέσαι γιατί δυνάμωσε ο αέρας…

..μην κοιτάς που ανοίγεις το παράθυρο και τα δέντρα διόλου δεν σαλεύουν. Μην κοιτάς που τεντώνεσαι κ επιστρέφεις στην βάση σου… όχι πως σε ξύπνησε ο πόνος μου .. όμως τώρα καθώς πέφτεις και πάλι να κοιμηθείς μην ξεχάσεις: Ρώτα τα όνειρα σου να σου πουν.. Εκείνα ξέρουν τι διέκοψε τον ύπνο σου….

Πφ

ΠΤΥΧΙΑ!
Βρέχει ΠΤΥΧΙΑ! Παντού ΠΤΥΧΙΑ!
Όλοι οι φίλοι μου, που είμασταν μαζί στο σχολείο, αυτον τον καιρό παίρνουν ΠΤΥΧΙΟ!
Αρχίζω και νιώθω πολύ άσχημα που εγώ απέχω γύρω στα δυο χρονάκια απο αυτό το χαρτάκι με την κόκκινη κορδελίτσα.
Στην καλύτερη των περιπτώσεων δηλαδή…

Σα να βλέπω μπροστά μου εικόνες απο το μέλλον: ” Χτυπάει το κινητό, είναι το 3ο μου παιδί (Τεσσάρω χρονών, ίσα ίσα που μιλάει κανονικά). Το σηκώνω “Μαμά μαμά ο μπαμπάς μου είπε να σου πώ πως πήρες πτυχίο! Τι είναι πτυχίο?” και μαζί με καροτσάκια, πάνες, κοτσιδάκια αντρα και παιδιά, πάω στην σχολή να παραλάβω το πτυχίο μου!
Μα το βλέπω μπροστά μου λέμε!

Πφ, δε πειράζει.. και ας μην πάρω πτυχίο.. εγώ έχω περάσει ( ε και περνάω εδώ που τα λέμε) καλύτερα απο όλους τους..ΝΑ ΤΑ ΧΑΙΡΕΣΤΕ ΡΕ!

Κόμπλεξ

Καλά είναι όλα αυτά. Ραδιοφωνικές εκπομπές, άρθρα σε περιοδικά. Δεν λέω.. Μου αρέσει να μιλαω για αυτά. Είναι όπως έχω ξαναπεί κάτι παραπάνω απο χόμπι. Είναι Έρωτας. Δεν μου αρέσει η δημοσιότητα. Δεν μου αρέσει η αναγνώριση, με τρομάζει. Δεν μου αρέσει που μερικοί φίλοι μου όταν τους μιλάω για αυτά, νομίζουν πως ξαφνικά καβάλησα το καλάμι (ποιο καλάμι μωρέ..). Δεν μπορούν να καταλάβουν πως πραγματικά μου αρέσει να εκφράζομαι μέσα απο μια ραδιοφωνική εκπομπή ή μέσα απο ένα άρθρο.Δημιουργώ. Με εμπνέουν και δημιουργώ.
Υπάρχει όμως ένα αγκάθι. Ένα περίεργο κόμπλεξ.
Δεν μπορώ, πραγματικά δεν μπορώ την ώρα που κάνω εκπομπή, να βλέπω άτομα έξω απο το studio, να με ακούνε. Ντρέπομαι, κομπλάρω, δεν μπορώ να μιλήσω. Δεν μπορώ να βλέπω όταν πηγαίνω σε μια καφετέρια, να
βλέπω ανθρώπους , με το περιοδικό ανα χείρας, να διαβάζουν το άρθρο μου. Θέλω να ανοίξει η γή να με καταπιεί!
Επίσης, ξέρω πως την εκπομπούλα μου την ακούει ο Γιώργος, ο Σπύρος, η Όλγα, ο Στέλιος.. όοοσος καιρός και να περάσει δεν θα μπορέσω να συνειδητοποιήσω πως την ακούνε και άλλα άτομα εκτός απο τους φίλους μου. Δεν χωράει στο μυαλό μου πως κάποιος που δεν με ξέρει και που δεν τον ξέρω μπορεί να συντονιστεί τυχαία και να ακούσει την εκπομπή μου, ή πόσο μάλλον, να ακούει κάθε εκπομπή μου .Μα δεν μπορώ να το συνειδητοποιήσω λέμε!
Δεν έχω πρόβλημα να δίνω εγώ την εκπομπή σε φίλους να την ακούσουν ή το περιοδικό να το διαβάσουν. Το πρόβλημα είναι με εκείνους.. τους άγνωστους..
Πώς μπορώ γιατρέ μου να το ξεπεράσω αυτό?!
Τι άλλο θα ακούσουμε..
Εντάξει, περιέγραψα στις αναμνήσεις του αέρα το πώς περίπου ζούσα τα πράγματα στο ραδιόφωνο πρίν απο κάποια χρόνια. Δε ξέρω αν κάτι έχει έχει αλλάξει ή αν τώρα μου τυχαίνουν εμένα οι “ιδιάιτερες” περιπτώσεις! Δεν μπορείτε να φαναστείτε τι ακούμε εμείς οι καημένοι “ραδιοφωνατζήδες”.. Πάρτε μια μικρή γεύση

Περίπτωση 1
(εν ώρα εκπομπής χτυπάει το τηλέφωνο)

[εγώ] Παρακαλώ?
[ακροτής] Θα’θελα να πάμε για ποτό

[εγώ] Ορίστε? Ποιός είναι?

[ακροτής] Μου αρέσει η φωνή σου, θέλω να πάμε για ποτό


Εκεί, παθαίνεις το πρώτο σοκ και προσπαθείς να φανείς ευγενική και να μη του κλέισεις το τηλέφωνο κατάμουτρα.Επιμένει αυτός να δώσει κινητό. Βρίσκεις εσύ ένα σωρό δικαιολογίες για να μην το δώσει. Επιμένει για ποτό. Επιμένει για να έρθει εκεί. Ε, τι να κάνεις, λές ένα ” Και δεν έρχεσαι…” και ακούς την απάντηση: “Θα έρθω!.. απροειδοποίητα!”


Εκεί παθαίνεις και άλλο σοκ και προβληματίζεσαι τί έιναι χειρότερο : το cyber-καμάκι ή το ραδιοφωνικό-καμάκι?!

Κλείνεις το τηλέφωνο και τη επόμενη φορά που παίρνει κάνεις απλά πως δε καταλαβαίνεις πως είναι αυτός :)


Περίπτωση 2

Έχεις αργήσει για την εκπομπή, καλείς ραδιοταξί, κατεβαίνεις όπως όπως τις σκάλες, στο ένα χέρι κρατάς ανοιγμένα cd’s και στο άλλο μπουφάν τσάντα και λεφτά.Μπαίνεις μέσα στο ταξί και προσπαθείς να βάλεις μια τάξη στο χαος ενώ λές στο ταρίφα “Στην οδό τάδε πάμε”. Παρατηρείς πως σε κοιτάζει επίμονα απο τον καθρέφτη. Διαπιστώνεις πως πλέον έχει γυρίσει 180 μοίρες και σε κοιτάζει κανονικά και εκεί που πάς να πείς ” Οδήγα ρε βλάκα! Βιαζόμαστε κιολα!” σου λέει “Να σου κάνω μια έρωτήση?”. Γνέφεις καταφατικά (τί άλλο μπορείς να κάνεις άλλωστε..) “Πάς στον ραδιοφωνικό σταθμό?” Ναι, απαντάς εσύ. “Είσαι η Γεωργία?!!?!!!” ρωτάει με ενθουσιασμό.
Ε, και εκεί ξανάρχεται το σοκ! Κοιτα βρέ διασημότητα σκέφτεσαι.. Τελικά πλήρωσα κανονικά τη διαδρομή.. ήττα!

Περίπτωση 3

Αυτή είναι περίεργη περίπτωση. Είναι ένα παλικάρι που παίρνει τηλέφωνο σε κάθε εκπομπή. Εντάξει, τακτικός ακροατής θα πεί καποιος. Παίρνει όμως τουλάχιστον τρια τηλέφωνα σε κάθε εκπομή, και πάντα στο τέλος. μετά την αποφώνηση, για να μου πεί καληνύχτα! Ευτυχώς δεν έχει πει ακόμα για ποτό, αλλα τις προάλλες μου έλεγε κάτι περίεργα πράγματα του στυλ: ” Πιστεύω πολύ στην μοίρα” και ” Είναι μοιραίο να συναντάς κάποια άτομα στην ζωή σου” .
Εμένα μονο μου τυχαίνουν κάτι τέτοιοι ή είναι γενικό φαινόμενο της εποχής μας?! Ας μου λύσει κάποιος αυτην την απορία.

Περίπτωση 4

Μπαίνω πάλι σήμερα στο ταξί (άλλος ταξιτζής αυτή τη φορά).
[εγώ] Οδό τάδε πάμε.
[ταρίφας] Πάμε εκπομπή πάλι εεεε?

Ο περίπτωση 2, μάλλον μίλησε και στους φίλους του…

Περίεργα πράγματα.. παλιά δεν ήταν έτσι.. παίρνανε τηλέφωνα, ζητούσανε ένα δυο τραγουδάκια και τελείωναν όλα εκεί, ωραία και καλα. Έχει ξεφυγει ο κόσμος σήμερα. Ή καλύτερα, η άνοιξη αυτή τους έχει χτυπήσει όλους κατακούτελα!

Η σχέση μου με την νύχτα έιναι περίεργη

Πάντα την νύχτα όλα ήταν είναι και θα είναι διαφορετικά. Δεν έχεις να προλάβεις τίποτα, δεν έχεις υποχρεώσεις. Μπορείς να αφεθείς στις σκέψεις σου. Όπως απόψε. Όπως σχεδόν καθε βράδυ.


Ένα ποτήρι με μαυροδάφνη, κεριά αναμμένα. Ανοιξιάτικο βράδυ.Ζέστη. Κάθεσαι στο μπαλκόνι, ανάβεις τσιγάρο και αφήνεις το βλέμμα σου να χαθεί στα μικρά φωτάκια της πολης. Για άλλη μια φορά οι ίδιες σκέψεις.
Οι ίδιες αναμνήσεις. Η ίδια νοσταλγία. Ναι, νοσταλγία. Αυτή τη φορά, περιορίζεται όμως μόνο σε πρόσωπα. Πόσο θα θελες να μην ήσουν μόνη σου απόψε. “Είναι όμορφη νύχτα “σκέφτεσαι “Μακάρι να ήταν κάποιος εδώ” Κάποιος που να μπορεί να σε ακούσει και να θές να τον ακούσει
ς. Δύσκολο. Σκέφτεσαι τα γεγονότα των τελευταίων ημερών. Βυθίζεσαι τόσο σε αυτά που σχεδόν τα ξαναζείς.Απορείς: “Γιατί η Αγάπη να είναι τόσο δύσκολη? Μήπως εγώ την κάνω δύσκολη? Που είναι το λάθος?”
Λένε πως όταν θέλεις κάτι πολύ, όλα συνομωτούν έτσι ώστε να τα καταφέρεις. Μαλακίες. Πάντα ‘οταν ήθελες κάτι πολύ, πονούσες, προσπαθούσες, αγανακτούσες και ελάχιστες φορές τα κατάφερνες. Συναισθήματα. Και εσύ δεν τα πάς καλά με τα συναισθήματα. Αρχίζεις να περιφέρεσαι ανάμεσα σε χρονολογίες σε πρόσωπα και σε καταστάσεις. Ψάχνεις να βρείς απομεινάρια αγάπης. Δεν βρίσκεις. Βουρκώνεις. ” Που είναι η τότε αγάπη τους, σήμερα? Πως μπορούν κάποοι να αγαπάνε για λίγο? Νόμιζα πως η αγάπη είνια παντοτινή.. πως αν βάλεις κάποιον μες στην καρδιά σου είναι δύσκολο να τον βγάλεις” Χαμογελάς. Μάλλον δεν αγαπάνε όλοι έτσι. Αυτό ίσως είναι ένα απο τα πράγματα που σε έκαναν πάντα να διαφέρεις. Αγαπούσες πολύ. Έβαζες ανθρώπους μες στην καρδιά σου.
Αρχίζει μια γνώριμη μελωδία. Κλείνεις τα μάτια. Ενα τραγούδι, τόσες αναμνήσεις. Τόσες εικόνες. Θες να κλάψεις .Θές να φωνάξεις. Θες .. Θες… Δεν ξέρεις τι θές.
Απορείς. “Πόσο καιρό άραγε θα συνεχιστεί αυτο?” Για πρώτη φορά θες να γίνεις σαν όλους τους άλλους, Να μην σε νοιάζει τίποτα. Να μην σκέφτεσαι. Να χαζογελάς με χαζοπαρέες για χαζά θέματα. Αυτοί ίσως ξέρουν κάτι παραπάνω. Και ας μην βουλιάζουν κάθε τόσο στις σκέψεις τους , ας μην ακουν τραγούδια με τόσες αναμνήσεις, ας μην αγαπάνε μέσα απο την καρδιά τους. Σκουπίζεις τα δάκρυα σου. Σηκώνεσαι, μπαίνεις μέσα. Κοιτάς το ρολόι, έχουν περάσει μόνο πέντε λεπτά απο τότε που πήγες στο μπαλκόνι..και όλη σου η ζωή μπροστά απο τα μάτια σου σε εικόνες..

« Previous Entries Next Entries »