Ειρωνία


Ναι, θέλω εδώ και αρκετές μέρες να γράψω κάτι, αλλα δεν μπορώ να εκφράσω τίποτα.

Πολλά πρόσωπα, πολλές εικόνες, πολλές συζητήσεις, αλλα όλα τόσο μπερδεμένα.
Το μόνο κοινό που έχουν είναι η ειρωνία. Ειρωνία παντου. Στα λόγια, στις σκέψεις, στις πράξεις, ατόφια ειρωνία, ειρωνία στην εξέλιξη των πραγμάτων, ειρωνία ακόμα και στην μουσική.

Ακούγεται απο το ραδιόφωνο το τραγούδι του Μαχαιρίτσα: ” Πατέρα σ’αγαπώ, πατέρα σε φτύνω/ μαζί σου δε μπορώ, και μόνο σ’αφήνω.”, χαμογελάς.Κοιτάς γύρω σου και χαμογελάς. Πάς στο μέσα δωμάτιο και βάζεις τα κλάματα.

Όλοι κανονίζουν για το μέλλον σου! Ξαφνικά όλοι ανυσηχούν για το τι θα κάνεις στο μέλλον. Εσύ ξέρεις τι θα κάνεις, και το γελοίο είναι πως όλοι αυτοί δεν θα έχουν καμία ανάμειξη στο μέλλον σου. Δε το ξέρουν, εσύ το ξέρεις. Κάπως λεγόταν αυτό στις αρχαιες τραγωδίες νομίζω..

Εκείνος.. Τι ειρωνία και εκεί.. Μετά απο τόσο καιρό είναι όολα έτσι όπως τα ονειρευόσουν και έτσι όπως τα ήθελες. Όμως τώρα τι? πάλι τα ίδια? και αν αλλάξουν πάλι όλα? Ένα τραγούδι έλεγε “φοβάμαι μήπως εσύ θα’ρθείς μα η αγάπη θα’χει φύγει”. Έχει φύγει? τι είναι αυτό που νιώθεις? τι είναι αυτό που εκείνος νιώθει? Γιατί ανακατεύονται και ξαναγενιούνται πάλι τα λόγια οι πράξεις? Όλα είναι τώρα διαφορετικά.Φαίνεται αυτό.Ακόμα και η σιωπή έχει άλλον ήχο τώρα. Φαίνεται σαν εκείνο το βλέμμα να έχει αλλάξει μάτια.Αλλα εσύ τι θές? τι θα κάνεις? Μακάρι να ήσουν τόσο σίγουρη εδώ όσο σε όλα τα υπόλοιπα…

Η “παρέα”. Πρώτη φορά αντικρύζω στην ζωή μου τόσα λόγια που περιέχουν τόση ειρωνία.Τι έχει να χωρίσει ο ένας απο τον άλλον? Τίποτα δεν ενώνει κανέναν πια? Μόσο εσύ έχεις τόσες αναμνήσεις? Μόνο εσύ πλεον μπορείς και αγαπάς? Τι έχει αλλάξει τόσο? Προτιμάς να φύγεις.. να φύγεις μακριά.. να μη δείς πως θα είναι όλοι τους σε άλλα πέντε χρόνια. Λυπάσαι. Τους λυπάσαι.

Τα υπόλοιπα είναι έτσι όπως τα περίμενες? Ή ακόμα, έτσι όπως τα περίμεναν οι άλλοι?

Ακόμα και το βράδυ.. δεν μπορείς να διαβάσεις πλέον για να ταξιδέψεις. Κάνεις ταξίδια μέσα στις σκέψεις σου και στις εικόνες σου σε εκείνο το δωμάτιο.Μόνο που αυτή τη φορά τα ταξίδια είναι πιο σκοτεινά και όχι τόσο όμορφα.

Θες να πάς σπίτι σου. Εκεί είναι όλα πιο ξεκάθαρα. Είναι όλα πιο απλά. Κυλούν όλα πιο ήρεμα.
Θές να πάς εκεί, και να περπατήσεις σε όλα εκείνα τα στενάκια, σε όλους τους δρόμους.Να αναπνέεις (χεχ).

Θές να τελειώσουν όλα.ΤΩΡΑ.

Λεύκωμα

Τις προάλλες συναντώντας μια φίλη από τα παλιά στο σπίτι της, βρήκαμε ένα παλιό λεύκωμα. Με έκπληξη διαπίστωσα πως είχα αφήσει και εγώ τα σημάδια μου εκεί..

Εποχές 1998 – 1999.. Από τον προηγούμενο αιώνα κάτι δεν πήγαινε καλά τελικά!!

Ιδού!:

Ουπς! Τι έγινε ρε παιδιά? Τι θέλω και μιλάω ώρες ώρες , και εγώ η ίδια αναρωτιέμαι! Εκεί που καθόμουνα λοιπόν στο Παλλάδιο, και βαριόμουνα (ε, έκθεση σαββατιάτικα και στις δέκα το πρωί μάλιστα δεν είναι και ότι καλύτερο!) λέω στη Μαρία να μου δείξει το λεύκωμα να διαβάσω, και αυτή δεν έχασε ευκαιρία, όχι μόνο μου το έδωσε αλλά μου είπε να γράψω κιόλας! Ωραία όλα τα παραπάνω, αλλά το βασανιστικό ερώτημα και ο μεγάλος προβληματισμός βρίσκεται ΕΔΩ:

ΤΙ ΔΟΥΛΕΙΑ ΕΧΩ ΕΓΩ ΣΕ ΕΝΑ ΛΕΥΚΩΜΑ ΠΟΥ ΕΚΤΟΣ ΑΠΟ ΤΗ ΜΑΡΙΑ ΔΕ ΞΕΡΩ ΚΑΝΕΝΑΝ ΑΛΛΟ? Τι δουλειά λοιπόν έχω εγώ εδώ μέσα , μια άγνωστη μέσα σε αγνώστους, μια ξένη μέσα σε ξένους?!? Και ενώ λοιπόν ήμουν ξαπλωμένη στο κρεββατάκι μου, κάνοντας ταβανοθεραπεία και προβληματιζόμουνα με υπαρξιακά ερωτήματα (ποια είμαι, που πάω, τι κάνω –καλά εσείς?-) ο μεγάλος στην προκειμένη περίπτωση προβληματισμός για το τι δουλειά έχω εγώ εδώ μέσα, μου λύθηκε.

Βρήκα τι είναι αυτό που μας ενώνει με τη Μαρία. Μα ναι! Εκτός του ότι είμαστε συγκάτοικοι στη τρέλα, μας ενώνει μια 3ετής? 4ετής? Πορεία
Σε εκείνον τον αγαπημένο ραδιοφωνικό σταθμό των Χανίων.
Όταν έμαθα ότι και η «συνάδελφος Μαρία» ακούει ΜΑΧ το ίδιο πωρωμένα όπως εγώ, ένιωσα μεγάλη ανακούφιση!! (ναι! Ναι! Δεν είμαι μόνο εγώ τόσο τρελαμένη!)

Τώρα τι να πω άραγε? Να μιλήσω για τον εαυτό μου όπως το ζητάει η κτήτωρ, και τι πα πω? Να πω ότι έχω μια σιδερένια καρδία, γι’αυτό αντέχω και τους ανέχομαι όλους? Ότι είμαι «κούκλα» (εδώ γελάνε) σαν σταρ του σινεμά? Ότι κατά βάθος είμαι ένας μεγάλος παλιοχαρακτήρας? Μπα, αυτά είναι πιστεύω ήδη γνωστά σε αυτούς που με ξέρουν, ο λύκος της ψυχής μου όμως τραγουδάει..

Ας μιλήσω για τη Μαρία! Εγώ πάντως δεν πιστεύω για αυτούς που μιλούν για τα σκοτάδια στης Μαρίας τη ψυχή. Η συνάδελφος είναι μια πάρα πολύ καλή (!) και γλυκιά (!) κοπέλα. Ένα χρυσό (!?) κορίτσι που πάντα έχει ζωγραφισμένο ένα χαμόγελο στο πρόσωπό της, που κάθε βράδυ χορεύει μαζί με την νύχτα στον ύποπτο κόσμο της μουσικής του Ζαχαριουδάκη, που ατενίζει την όμορφη πόλη από το παράθυρό της και το βράδυ πριν κοιμηθεί μετράει τα αστεράκια στον ουρανό. Αλλά γιατί να λέω εγώ ποια είναι η Μαρία , εξάλλου όλοι όσοι γράφουν εδώ γνωρίζουν πολύ καλά.

Τώρα να κάνω αφιέρωση (πάαααλι?) χμμμμμ… τι έχει μείνει που να μην σου το έχω αφιερώσει? Χμμμμ… σου αφιερώνω το «σε ένα σύννεφο πάνω» από τους παζλ, και το «σ’αναζητώ» του ανερχόμενου…. Νάσου!

Λοιπόν Φιλαράκι, Μαράκι, Συνάδελφε, επειδή μου αρέσει να μην λέω πολλά, πριν το τέλος σε συμβουλεύω πάντα σα παιδί να γελάς, ακόμα και όταν σε πάρει από κάτω και βρεθείς σε αδιέξοδο και πεις δε μπορώ , έλα, χαμογέλα, βασίσου πάνω σου, και να θυμάσαι πώς κάθε μπαλκόνι έχει άλλη θέα και πως θα έρθει η άνοιξη ξανά.

Σου εύχομαι να ανακαλύψεις στην ζωή σου όλης της γης τα μυστικά , κάθε σου μέρα να είναι μέρα όμορφη και να βρεις αυτό το μυστικό κλειδί του παραδείσου. Εξάλλου η ευτυχία είναι αυτό που περιμένουμε να’ρθεί. Ακόμη ποτέ να μην κυλήσει στα μάτια σου ένα δάκρυ, και να υπάρξει στη ζωή σου ένας φύλακας άγγελος , που θα σε προσέχει.

Όταν λοιπόν γίνει η απώλεια συνήθειά μας , όταν θα προσπαθείς σα πυγμάχος να ξεφύγεις από τη καθημερινότητα , να με θυμηθείς. Να θυμηθείς τα ήσυχα βράδια με τις ατελείωτες μουσικές επιλογές και αφιερώσεις.

Ξέρεις πως θα είμαι κοντά σου όταν με θες, αρκεί να με φωνάξεις.

Και επειδή απορώ με αυτά που έγραψα (άδικο έχω?) και επειδή έχω την αίσθηση ότι είναι χοντρομαλακίες, κάνω μια ευχή να μην τα διαβάσει κανείς άλλος εκτός από εσένα.

Και για το τέλος ένα σύνθημα που όλους μας ενώνει:

Εε καλύτερα Don’t worry, be Happy!!!

Φιλιά καληνύχτας.”


Θυμήθηκα (εκτός απο εκείνα τα εφηβικά λευκώματα) πως το σύνθημα εκείνης της εποχής ήταν “Παντα να μιλάμε με τραγούδια” Και αυτό έκανα. Σε εκείνο το λεύκωμα, σε γράμματα, σε όλη μου τη ζωή!

(Τα bold γράμματα είναι τίτλοι τραγουδιών, αυτούσιοι ή ελαφρώς αλλαγμένοι..)

Πόσες αναμνήσεις αντέχεις σε ένα βράδυ?

Αυτό είναι το κακό με τις γιορτές και με τις επιστροφές στα «πάτρια εδάφη». Οι συσσωρευμένες αναμνήσεις. Περπατάς σε δρόμους και θυμάσαι στιγμές παλιότερες των τεσσάρων χρόνων. Αναμνήσεις, παντού αναμνήσεις. Σε σοκάκια, σε στενάκια, σε καφετέριες. Τα πάντα σου φέρνουν σκηνές από το παρελθόν. Καταστάσεις, Πρόσωπα. Πρόσωπα που πλέον δεν ξέρεις καν που βρίσκονται και τι κάνουν. Το σιχαίνεσαι αυτό… Όχι το ότι δεν έχεις κρατήσει επαφές, αλλά το ότι οι στιγμές και οι αναμνήσεις που έχεις αφήσει επίτηδες πίσω σου, επανέρχονται με το έτσι θέλω. Κοιτάς δεξιά και αριστερά σαν χαμένος. Δεν έχει αλλάξει τίποτα. Παντού σκιές.


«Από εδώ περνούσα με την κολλητή μου, μετά το μάθημα από το φροντιστήριο, αργά το βράδυ. Πάντα γελούσαμε σε αυτόν το δρόμο. Πάντα γελούσαμε ΠΟΛΥ. Ακούγαμε μουσική από το ίδιο
walkman. Περπατούσαμε με τέλειο συγχρονισμό έτσι ώστε να μην μας πέφτουν τα ακουστικά.»

Ολιγόλεπτη επιστροφή στο σήμερα: Η τότε κολλητή έχει πλέον πτυχίο φιλολογίας. Ντύνεται με πανάκριβα ρούχα και διασκεδάζει σε κάτι μεγάλα πολύβουα μαγαζιά πετώντας γαρύφαλλα. Από χάθηκαν από πάνω της είκοσι κιλά, άρχισε να πιστεύει πως έπρεπε να είχε πάει στα καλλιστεία. Δεν έχει πονέσει ποτέ δεν έχει ποθήσει κανέναν ποτέ, δεν έχει κλάψει ποτέ τις νύχτες για κάποιον που δεν είχε κοντά της. Όλα ήταν εκεί, πάντα, όταν τα ήθελε. Έχουν κοπεί οι πολλές επαφές, τουλάχιστον πέντε χρόνια τώρα. Αυτές οι αναμνήσεις είναι που σε κάνουν ακόμα να περνάς μαζί της 3 ώρες τον χρόνο σε κάποια trendy καφετέρια αυτής της πόλης φάντασμα.


«Εδώ έδωσα το πρώτο μου φιλί. Μετά περπατήσαμε αυτά το στενάκι. Κρατιόμασταν χεράκι χεράκι. Εγώ φορούσα ένα σκισμένο, ξεβαμμένο τζην και ένα κόκκινο πουλόβερ, αυτός, ένα τζην και ένα άσπρο πουλόβερ. Δίναμε όρκους παντοτινής αγάπης κάτω από αυτό το δέντρο, και χαζεύαμε αυτή εδώ τη βιτρίνα στριμωγμένοι και αγκαλιασμένοι κάτω από μια ομπρέλα. Έβρεχε πολύ τότε. Μου άρεσε πολύ όταν έβρεχε. Ακόμα μου αρέσει.»

Ιστορική εξέλιξη των πραγμάτων: μετά από λίγες μέρες αυτός έφυγε για Αθήνα. Δεν τον ξαναείδα. Γράφαμε γράμματα ο ένας στον άλλον. Πολλά γράμματα. Τώρα δεν έχω ιδέα τι κάνει. Ίσως να είναι παντρεμένος με κανένα πιτσιρίκι.


«Σε αυτό εδώ το σημείο τον είχα δει πρώτη φορά, μου είχε κάνει εντύπωση το χαμόγελό του και το βλέμμα του. Εδώ σε αυτό το παγκάκι είχαμε συστηθεί για πρώτη φορά. Και σε αυτό εδώ το γρασίδι ξαπλώναμε όταν δεν είχαμε μάθημα Σε αυτή εδώ την καφετέρια παίζαμε ταμπού και άλλα επιτραπέζια παιχνίδια, και αυτό εδώ το δρόμο θυμάμαι πάντα πως κάναμε ατελείωτες ώρες να τον περπατήσουμε. Πάντα έβρισκε πολλούς γνωστούς και πάντα τους χαιρετούσε όλους με το ίδιο λαμπερό χαμόγελο. Είχε πολλούς γνωστούς, και μου έκανε εντύπωση αυτό. Σε αυτόν εδώ το τοίχο, είχα χαράξει το όνομά του, με σκοπό να του πω κάποια στιγμή πόσο ερωτευμένη ήμουν μαζί του.»

Ιστορική εξέλιξη των πραγμάτων: Δεν είπα ποτέ τι ένιωθα στο «Μεγάλο έρωτα της ζωής μου.» Λίγα χρόνια αργότερα τα έφτιαξε με την κολλητή μου. Τους αγαπούσα και τους δύο τόσο πολύ και δεν ήθελα να τους πληγώσω με τα ασήμαντα συναισθήματά μου. Αν ξαναζούσα πάλι εκείνες τις στιγμές, πάλι το ίδιο θα έκανα. Ακόμα και τώρα όταν μου στέλνει μηνύματα ζωγραφίζετε στο πρόσωπό μου ένα ηλίθιο χαμόγελο. Έχει και αυτός πτυχίο από την ΑΣΟΕΕ. Δουλεύει σε κάποια τράπεζα και ετοιμάζεται σε ένα μήνα να κάνει το στρατιωτικό του. Έχει ακόμα εκείνο το λαμπερό χαμόγελο και το σπινθηροβόλο βλέμμα, και φαίνεται ευτυχισμένος. Εύχομαι να είναι ακόμα περισσότερο ευτυχισμένος απ’όσο φαίνεται.


«Μέσα από αυτό εδώ το κτίριο ερωτεύτηκα την μουσική. Κόλλησα με την μουσική. Εδώ περνούσα τις πιο ευχάριστες στιγμές τις εφηβείας μου. Σε εκείνον το μαύρο καναπέ καθόμουν όταν γνώρισα τον Λειβαδά, και τον Πυροβολάκη. Μέσα σε αυτό το
studio κάναμε αφιερώσεις και βάζαμε μουσικές που έκαναν όλη την πόλη να μην κοιμάται, αλλά να περιμένει το άκουσμα εκείνης της καληνύχτας.»

Ιστορική εξέλιξη των πραγμάτων: Ο τότε «ροκ» σταθμός έχει πλέον μετατραπεί σε έναν «εμπορικό» σταθμό , όπου μεταδίδει τα σουξέ της εποχής και μαζεύει όλη την πιτσιρικαρία της πόλης. Λυπάμαι μόνο εκείνα τα σπάνια δισκάκια και χιλιοακουσμένα cd που σκονίζονται στα ράφια της δισκοθήκης του πρώτου ορόφου…Λυπάμαι που κανείς πλέον εκεί μέσα δεν γνωρίζει την αξία τους.

Και άλλες αναμνήσεις, πολλές αναμνήσεις. Παντού αναμνήσεις. Το μαγαζί όπου ο μπαμπάς μας αγόραζε καραμέλες κάθε 25η Μαρτίου , που έχει δώσει πλέον την θέση του σε ένα «Vefas House”, το βιβλιοπωλείο δίπλα στο σπίτι μου όπου έκλεισε, το λύκειο μου όπου άλλαξε όνομα..

Δεν θέλω να γυρίσω στο χθες. Δεν μου αρέσει όμως και η τόση νοσταλγία. Δεν μπορώ να αλλάξω τίποτα και δεν θέλω να μου φύγει η γλύκα εκείνης της εποχής. Θέλω όμως να φύγω μακριά, και να επιστρέφω σε εκείνες τις αναμνήσεις μόνο όταν έχω πραγματική ανάγκη να το κάνω. Η ειρωνεία είναι πως τώρα νιώθω κάθε στίχο εκείνου του τραγουδιού του Μίλτου που μιλάει για εκείνα τα μπλουζ της άγριας νιότης…

«Μέσα στην πόλη αριθμός, χαράματα Τετάρτη
Τους δρόμους παίρνεις μοναχός σβησμένος από το χάρτη.
Κάτι παλιά περάσματα, σε υπόγειες διαβάσεις
Εφηβικά τεχνάσματα, των φίλων τα φαντάσματα
Που θες να προσπεράσεις.

Ένας σπουργίτης στην βροχή της ερημιάς ιππότης
να τραγουδάει κάθε πρωί τα μπλουζ της άγριας νιότης

Mπουφάν παλιομοδίτικο και βήμα κουρασμένο,
ψάχνεις κρυμμένα σ’αγαπώ σε τοίχο ξεβαμμένο.
σεργιάνι μες στις γειτονίες που έπαιζες παιδάκι,
κυνηγητό με τις σκιές όσων χαθήκαν μες στο χθες
ζητώντας μιαν Ιθάκη

Ένας σπουργίτης στο σύρμα τυχοδιώκτης
να τραγουδάει κάθε πρωί τα μπλουζ της άγριας νιότης

Μέσα στην πόλη αριθμός, χαράματα Τετάρτη
Τους δρόμους παίρνω μοναχός σβησμένος από το χάρτη.»

Fire


When is Nothing Left to Burn, You Have to Set Yourself on Fire

(πρόλογος του Εx-lover is Dead των Stars)

Θυμάσαι?

Θυμάσαι? Σα να μην έχει αλλάξει τίποτα.. σα να έχουν μείνει όλα ίδια.

«Ότι παράτησες είναι όπως τ’ άφησες , όλα είναι ίδια εδώ.
Όλα βουλιάζουνε, όλα ρημάζουνε πάντα στον ίδιο σκοπό,

κ εγώ ακόμα εδώ.
Γύρω μου πρόσωπα, κρύα κ απρόσωπα, απελπισμένες σιωπές.
Χάρτινα άσματα, ροκ αποσπάσματα, απεγνωσμένες φωνές
Βράδια ανόητα , πάντα αυτονόητα, χάνονται μες στον καπνό.
Όνειρα ήπια, χρόνια ερείπια πάντα στον ίδιο σκοπό,
και εγώ ακόμα εδώ…
»


Αυτός ο σκοπός, ο ίδιος σκοπός που και τότε σιγοψιθύριζες. Όλα ίδια. Το μόνο που δεν ισχύει είναι τα όνειρα ήπια. Θυμάσαι
? Θυμάσαι τα όνειρα που έκανες σε αυτό εδώ το δωμάτιο? Δεν ήταν ήπια. Ήθελες να αλλάξεις τον κόσμο. Να αφήσεις όλα αυτά που σου δίνονται έτοιμα και να προσπαθήσεις να παλέψεις μόνη σου. Θυμάσαι?

Θυμάσαι πως ένιωθες? Θυμάσαι εκείνα τα μεσημέρια που ερχόσουν σπίτι μετά από την δουλειά, κατέβαζες τα τηλέφωνα, κλείδωνες την πόρτα και καθόσουν εδώ, πιο πέρα, στο πάτωμα, και έκλαιγες με λυγμούς? Θυμάσαι? Θυμάσαι πως έλεγες «Υπομονή, θα τα αλλάξω όλα θέλουν δε θέλουν» και μόνο τότε σηκωνόσουν σκούπιζες τα δάκρυά σου και συνέχιζες χωρίς κανείς ποτέ να καταλάβει τίποτα. Θυμάσαι?

Θυμάσαι πόσο έντονες ήταν οι πρώτες γεύσεις της απόλυτης μοναξιάς? Θυμάσαι? Θυμάσαι εκείνους τους «φίλους» που σε πρόδωσαν? Θυμάσαι που έλεγες πως θες ένα σπίτι με πολλούς φίλους? Θυμάσαι πόσο πολύ το λαχταρούσες αυτό? Θυμάσαι? Θυμάσαι πόσο πολύ ήθελες μια αγκαλιά? Θυμάσαι πόσο πολύ τα είχες σιχαθεί όλα στην ζωή σου? Θυμάσαι πώς είχες σιχαθεί ακόμα και.. και την μουσική? Θυμάσαι? Θυμάσαι τα πρόσωπα των ανθρώπων γύρω σου? Θυμάσαι πόσο κρύα και απρόσωπα ήταν? Θυμάσαι τις κριτικές , τις παρατηρήσεις, τα σχόλια? Θυμάσαι που έλεγες «Υπομονή, θα τα αλλάξω όλα θέλουν δε θέλουν»? Τα θυμάσαι όλα αυτά?

Πώς νιώθεις τώρα που είσαι πάλι σε εκείνο το δωμάτιο, με το ίδιο μοβ χρώμα στους τοίχους, με την ίδια ακριβώς ακαταστασία? Πώς νιώθεις που τα πρόσωπα έχουν μείνει ίδια και εσύ τελικά δεν κατάφερες να αλλάξεις τίποτα?

Πώς νιώθεις που μετά από τόσα χρόνια, και μετά από τόσα βράδια με πολλούς φίλους στο σπίτι σου (ω ναι, το όνειρο!) νιώθεις πως δεν θες «τέτοιους» φίλους, αλλά πραγματικούς φίλους? Πως νιώθεις που μετά από τόσα χρόνια , κουράστηκες να προσπαθείς να αλλάξεις όλο τον κόσμο, και απλά πλέον αρκείσαι σε μικροαλλαγές του μικρόκοσμού σου? Πώς νιώθεις που δεν βρήκες εκείνη την αγκαλιά που ονειρευόσουν τότε? Πως νιώθεις που συγχώρεσες αυτούς που σε πρόδωσαν? Πως νιώθεις που τους ανέχεσαι γιατί κατάλαβες πως δεν έχει σημασία τι έχει κάνει ο άλλος για σένα, αλλά το πώς νιώθεις εσύ για αυτόν? Πως νιώθεις τώρα που έχεις ζήσει στο έπακρο τρία χρόνια, ξαναγυρνάς πίσω εδώ, πίσω στην φυλακή σου?

Πως σου φαίνονται όλα αυτά? Χρόνια ερείπια? Μήπως αυτά είναι τα όνειρα ήπια?

Αλήθεια, γιατί κανείς δεν ξέρει τι έκανες ενάμιση χρόνο εδώ? Γιατί δεν έχεις μιλήσει σε κανέναν ποτέ? Γιατί προσποιείσαι πως δεν έχει συμβεί τίποτα μέσα σε αυτό το δωμάτιο? Γιατί προσπαθείς να ξεχάσεις? Γιατί προσπαθείς να σβήσεις τις αναμνήσεις? Ειδικά ΕΣΥ! Τι ειρωνεία, ΕΣΥ που ζεις με αναμνήσεις! Εσύ που λατρεύεις τις αναμνήσεις σου! Γιατί όλα αυτά? Γιατί πάντα έκρυβες αυτά που ήθελες και αυτά που ένιωθες? Γιατί? Γιατί πάντα έλεγες στον εαυτό σου « Υπομονή, θα μιλήσω αργότερα, όταν πρέπει, κανείς δεν πρέπει να καταλάβει τίποτα.» Γιατί? Μήπως για να το πιστέψετε και οι δύο αυτό το ψέμα? Μήπως τελικά πάλι σκέφτεσαι να πάρεις το δρόμο της σιωπής και να πορευτείς μόνη σου? Αυτό είναι η αλήθεια? Γιατί ψάχνεις να βρεις όμορφες εικόνες και να δημιουργήσεις στιγμές, από εκεί που δεν υπάρχουν? Γιατί αναπνέεις ακόμα αυτόν τον αέρα που σε πνίγει? Γιατί όλα αυτά? Νομίζεις πως ξέρεις τι θες να κάνεις? Ξέρεις? Και τότε γιατί ανέχεσαι να ξαναγυρίζεις εδώ? Χα, ακόμα και εσύ σε έχεις βαρεθεί. Παραδέξου το!»

Ξυπνάς ιδρωμένη, με έναν κόμπο στο στομάχι, προσπαθείς να αναπνεύσεις μα δεν μπορείς, προσπαθείς να μιλήσεις, μα δεν έχεις μιλιά. Ήταν η φωνή της συνείδησης , η φωνή των αναμνήσεων ή ένας εφιάλτης?

Δεν μπορείς να προβληματιστείς τώρα.. Πρέπει να πας στη δουλειά.. Πρέπει να πάς σε αυτούς έχεις αργήσει ήδη

« Previous Entries